Friday, 11 January 2013

Το μήνυμα των εκλογών δεν ήταν η αποχή: Μια συνοπτική αποτίμηση των εκλογών.

Aρχική δημοσίευση: www.enallaxnews.gr 17/11/2010


Αρχικά να τονιστεί ότι είναι ατυχής η όποια προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ να μεταφράσει τη νίκη των Καμίνη και Μπουτάρη σε κομματική νίκη. Την ώρα που το ΠΑΣΟΚ έπεσε στην παγίδα της πόλωσης σχετικά με το μνημόνιο, ζητώντας ουσιαστικά ψήφο εμπιστοσύνης από τους ψηφοφόρους, οι τελευταίοι αναζητούσαν κάτι διαφορετικό. Λίγο ενδαφέρθηκε το κυβερνόν κόμμα για τον αυτοδιοικητικό χαρακτήρα των εκλογών, παρέχοντας επιδερμική στήριξη στους υποψηφίους του. Αυτό όμως επέτρεψε στους συγκεκριμένους υποψηφίους να κινηθούν πιό ανεξάρτητα και να συνάψουν ευρύτατες συμμαχίες. Όχι μόνο με άλλα κόμματα και πολιτικούς, αλλά και με μια ευρύτατη ομάδα πολιτών που διψούσε για υπερκομματικούς πολιτικούς με προσωπικότητα. Μια ομάδα που ήθελε να επιλέξει προσωπικότητα και προοπτική αντί για κόμμα. Μια ομάδα που ενδιαφέρεται για τα κοινά αλλά έχει βαρεθεί το επαναλαμβανόμενο μοτίβο της τηλεοπτικής κόντρας μεταξύ κομματικών αντιπροσώπων. Είναι η ίδια ομάδα που το έχει ...γυρίσει στο διαδίκτυο για την ενημέρωσή της και αποτελείται από νέους κάθε ηλικίας (!) που είναι ανήσυχοι, αναζητούν και τελικά βρίσκουν εναλλακτικούς τρόπους να ενημερωθούν και να εκφραστούν. Όλοι αυτοί έμαθαν στο facebook, το twitter, στα blogs και τα διαδικτυακά site ποιοί είναι οι Καμίνης και Μπουτάρης. Μπορεί να είναι λιγότεροι από τους δημάρχους της αποχής και του τίποτα, αλλά εκφράζουν για πρώτη φορά σε μια κορυφαία δημοκρατική διαδικασία την ύπαρξή τους μαζικά. Να σημειωθεί βέβαια ότι εξέλεξαν τον Καμίνη και το Μπουτάρη πλάι στους παραδοσιακούς ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ. Στις δημοτικές του 2006 στη Θεσσαλονίκη για παράδειγμα, Μπουτάρης και Αράπογλου αλληλοεξοντώθηκαν, καθώς οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ προτίμησαν την Αράπογλου έναντι του ανεξάρτητου Μπουτάρη. Η αλλαγή όμως ήρθε και στις δύο πόλεις ‘κάστρα’ της ΝΔ, λόγω αυτής ακριβώς της μερίδας ψηφοφόρων.
Από την άλλη η αποχή ήταν αναμενόμενη και κακώς προσπαθούν να την αξιοποιήσουν πολιτικά οι κομματικοί ηγέτες. Από τις αρχές τις τελευταίας δεκαετίας η συμμετοχή είναι φθίνουσα και ήταν αναμενόμενο να φτάσουμε σε τέτοια νούμερα. Δεν είναι λοιπόν δέιγμα απογοήτευσης από το πολιτικό σύστημα η αποχή στις συγκεκριμένες εκλογές. Όσοι ήταν απογοητευμένοι μπορούσαν να ψηφίσουν άκυρο ή λευκό. Μόνο ένα τεράστιο ποσοστό στο λευκό και το άκυρο θα αποτελούσε σοβαρό πολιτικό μήνυμα, άσχετα αν οι ψήφοι θα προσμετρώνταν υπέρ του πρώτου, όπως συμβάινει και με την αποχή. Ίσως θα έπρεπε να έχουν και αυτό στο νου τους όσοι δηλώνουν εμφατικά ότι η αποχή είναι πολιτική στάση. Είναι λες και είσαι κατηγορούμενος σε ένα δικαστήριο και δεν πας να υπερασπιστείς τον εαυτό σου επειδή διαφωνείς με τις κατηγορίες... Αν η αποχή είναι πολιτική στάση, το μόνο που αποτελεί, είναι μομφή προς τη δημοκρατία και δείχνει ότι οι συγκεκριμένοι ψηφοφόροι θα ήταν ίσως ευχαριστημένοι και με κάποιο άλλο πολιτικό σύστημα.
Επειδή είναι λίγο απίθανο το τελευταίο να ισχύει, η αποχή μεταφράζεται ώς αδιαφορία και αποδοχή σε ρόλους που διασταυρώνονται. Σημαίνει πολύ απλά ότι οι πολίτες έχουν συμβιβαστεί με τα προβλήματά ως έχουν και δε νιώθουν κάποια ανάγκη να τα αλλάξουν. Ίσως μάλιστα οι πολίτες να έχουν αποδεχθεί την συνυπαιτιότητά τους στην πολιτική και οικονομική κατάντια της χώρας και δε νιώθουν ότι πρέπει να τιμωρήσουν κάποιο με ‘αντιμνημονιακή’ ψήφο, αδαιαφορώντας ταυτόχρονα για τον αυτοδιοικητικό χαρακτήρα των εκλογών. Τέλος, η αποχή εξηγείται σε ένα βαθμό και από την απολιτίκ μαζική κουλτούρα που επικρατεί. Ως εκτούτου είναι λογικό η αποχή να αυξάνεται όσο πιο πολύ απομακρυνόμαστε από τις πολύ πιο έντονα πολιτικοποιημένες προηγούμενες δεκαετίες.
Οπότε, η αποχή δεν είναι το «κάτι νέο» των εκλογών. Η συνάντηση των μέχρι πρόσφατα μονίμως αναποφάσιστων, πολιτικοποιημένων και μη κομματικοποιημένων, ορθολογικών και προοδευτικών πολιτών στις υποψηφιότητες των Καμίνη και Μπουτάρη όμως είναι κάτι νέο. Ίσως μάλιστα σηματοδοτεί την απαρχή μιας νέας πολιτικής κουλτούρας, ορθολογικής, όχι αναγκαία ιδεολογικής, αλλά σίγουρα υπερκομματικής. Μένει βέβαια να δούμε και τους νέους Δημάρχους και στην πράξη. Σίγουρα η παρούσα περίοδος δε προσφαίρεται οικονομικά για επενδύσεις και δραματικές αλλαγές. Απομένει πέρα και πάνω από όλα τα υπόλοιπα και εμείς να βάλουμε το χέρι μας. Να γίνουμε κάθε ένας ξεχωριστά ο δήμαρχος που θέλουμε. Να σεβόμαστε την πόλη και τους συμπολίτες μας, άρα τον εαυτό μας. Να περάσουμε δηλαδή από την ατομικότητα και υπεροχή του εγώ στο σεβασμό και την αίσθηση συλλογικής ευθύνης.
Στο περιθώριο...
-          Να σημειωθεί ότι η νέα «Δημοκρατική Αριστερά» επιβραβεύτηκε για την έμφαση που έδωσε εξαρχής στον αυτοδοιηκητικό χαρακτήρα των εκλογών με τη στήριξη-εκλογή του Καμίνη.
-          Η Ντόρα Μπακογιάννη έδειξε ότι έχει κοινό στη Θεσσαλονίκη, επηρεάζοντας σίγουρα το αποτέλεσμα με τη στήριξή της στο Μπουτάρη παίρνοντας ψήφους που παλιά πήγαιναν αναμφισβήτητα στη Νέα Δημοκρατία.
-          Η διαμάχη Μπουτάρη-Άνθιμου, όχι μόνο απέδειξε ότι δε μπορεί ένας εκκλησιαστικός ηγέτης να καθορίζει την πολιτική ζωή μιας πόλης, αλλά ο μητροπολίτης...πήρε στο λαιμό του και το Γκιουλέκα στον οποίο έμμεσα παρείχε στήριξη. Ο τελευταίος σίγουρα καρπώθηκε σε ένα βαθμό και τη φθορά του Παπαγεωργόπουλου.
-          Γεγονός τεράστιας σημασίας η σύγκλιση δυνάμεων από την κεντροδεξιά της Ντόρας, μέχρι την Αριστερά του Ψαριανού στο πρόσωπο των δύο υποψηφίων. Απόδειξη ότι κάποιες προσωπικότητες δύνανται να συσπειρώνουν πολύ διαφορετικούς χώρους, με όχημα τον πραγματισμό και την πρόοδο.

Η νίκη της «χαμηλής» πολιτικής και μια νέα χαμένη ευκαιρία επανίδρυσης;

Aρχική δημοσίευση: www.enallaxnews.gr 10/11/2010


Η έννοια ‘επανίδρυση του κράτους’ ήταν το κυρίαρχο μότο στη ρητορική του Κώστα Καραμανλή από το ξεκίνημα της θητείας του. Η πολυπόθητη επανίδρυση που σηματοδοτούσε το τέλος του προβληματικού ελληνικού κράτους και το χτίσιμο του σε νέα βάση φυσικά δεν έγινε ποτέ. Ούτε άλλωστε θα μπορούσε να συμβεί, καθώς στην Ελλάδα οι πολιτικές αλλαγές σπάνια ξεκινούν από την πολιτική ηγεσία. Είτε επιβάλλονται από εξωτερικούς παράγοντες –οδηγίες από την ΕΕ, πακέτο διάσωσης κ.α.-, είτε προέρχονται από τα χαμηλότερα επίπεδα της εσωτερικής πολιτικής.
Με τον όρο «χαμηλή» πολιτική ορίζω την πολιτική που ασκείται στα επίπεδα μεταξύ συνδικαλιστών, κατώτερων στελεχών των κομμάτων, ομάδων συμφερόντων και διάφορων άλλων μικρών και μεγάλων εξουσιών που συνδιαλλέγονται με την πολιτική ηγεσία. Επίσης ως «χαμηλή» πολιτική ορίζω και την ανάγκη της πολιτικής ηγεσίας να αλλάξει τη ρητορική και τον πολιτικό σχεδιασμό της για να τα προσαρμοστεί στις διαρκώς μεταλλασσόμενες εκφάνσεις της κοινής γνώμης, προκειμένου να μη χάσει την εύνοια της, όπως αυτή καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις. Οπότε, η χαμηλή πολιτική έρχεται σε αντίθεση με την αρχική πολιτική βούληση της ηγεσίας να φέρει ριζικές αλλαγές στοχεύοντας στο καλύτερο για την Ελλάδα. Αντίστοιχη είναι και η σχέση μεταξύ της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου, του «βαθέως ΠΑΣΟΚ», των εξωτερικών παραγόντων –ΔΝΤ,ΕΕ- και των εντόπιων συμφερόντων και εξουσιών –μεγαλοεπιχειρηματίες, εκκλησία κ.ο.κ.-
Θα σκεφτεί πολύ λογικά κανείς ότι τόσα χρόνια στην Ελλάδα, όπως και στις περισσότερες χώρες φυσικά, έτσι διαμορφώνεται η πολιτική. Η χαώδης διαφορά όμως της Ελλάδας μετά τις εκλογές του 2009 με τις υπόλοιπες περιπτώσεις έγκειται σε τρεις πολύ σημαντικούς παράγοντες. Πρώτα, την περιορισμένη σχέση που εμφάνιζε να έχει ο Γιώργος Παπανδρέου με τα εσωτερικά «κέντρα εξουσίας», είτε αυτά ήταν τα ΜΜΕ, είτε η εκκλησία, είτε το ...«βαθύ ΠΑΣΟΚ». Δεν είχε άδικο άλλωστε όταν έλεγε πριν τις Ευρωεκλογές πέρσι το καλοκαίρι ότι ... «δε χρωστάω σε κανέναν». Όλα αυτά βέβαια σε σύγκριση με τις προηγούμενες ηγεσίες. Άλλωστε και ο Παπανδρέου δε προήλθε από... παρθενογέννεση. Ο βαθμός απεξάρτησής του όμως από αυτά τα μέσα ήταν τουλάχιστον στο ξεκίνημα της θητείας του αξιοσημείωτος. Με αυτή την προϋπόθεση ο πρωθυπουργός είχε τη δυνατότητα να χαράξει μια πολιτική μεγάλων αλλαγών και εκσυγχρονισμού στα όρια της επανίδρυσης. Όπως και φαινόταν ότι θα έκανε με τη συνδρομή του «αναγκαίου κακού» που ακούει στο όνομα πακέτο διάσωσης, αλλά και της στήριξης που απολάμβανε από το εξωτερικό.
Συγκεκριμένα, ο Έλληνας πρωθυπουργός, όσο υστερεί ρητορικά ...εντός των πυλών, τόσο κερδίζει τις εντυπώσεις σε κάθε περίπτωση που επιτελεί τα καθήκοντά του στο εξωτερικό. Είναι πάρα πολλά τα δημοσιεύματα των κορυφαίων μέσων ενημέρωσης παγκοσμίως που αναφέρονται στο κοσμοπολίτικο και ψύχραιμο προφίλ του Έλληνα πρωθυπουργού, σε αντίθεση με το λαϊκίστικο πολλών από τους ομολόγους του. Πέρα από ...τα ευχολόγια των διεθνών μέσων όμως, ο Παπανδρέου τυγχάνει και της απεριόριστης εκτίμησης των ηγετών κορυφαίων κρατών και οργανισμών. Με τη στήριξη αυτή, την περιορισμένη σχέση του με τα κατεστημένα κέντρα εξουσίας, αλλά φυσικά και με την πίεση του μνημονίου για άμεσες και ριζικές αλλαγές, ο Παπανδρέου είχε την ιστορική ευκαρία να ξεριζώσει όλες τις κατεστημένες εξουσίες στην Ελλάδα και να τις αντικαταστήσει με νέους θεσμούς αξιοκρατικούς, φιλελεύθερους και παραγωγικούς, περιορίζοντας σε μεγάλο βαθμό και τη μάστιγα της διαφθοράς.
Δε χρειάζεται να πάει κανείς μακριά για να βρει παραδείγματα που το πέτυχαν. Η Τουρκία είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα χώρας που ...χόρεψε ταγκό με το ΔΝΤ και στο τέλος καταχειροκροτήθηκε για τις δραστικές αλλαγές που πέτυχε.
Τί εμποδίζει όμως την Ελλάδα να περπατήσει στον ίδιο δρόμο; Πέρα από τις αξιοσημείωτες προσπάθειες μεταρρύθμισης, μετά από ένα χρόνο πολιτικής ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ, ορισμένα πολύ σημαντικά ολισθήματα φανερώνουν το αδύνατο της επανίδρυσης στην Ελλάδα. Στον πόλεμο με τις κατεστημένες εξουσίες στην Ελλάδα ο Γιώργος Παπανδρέου χάνει τη μία μετά την άλλη όλες τις μάχες.
Ας πάμε πρώτα στη ‘μάχη’ με την εκκλησία. Πολύ ορθά ο Έλληνας πρωθυπουργος επιχείρησε να επιβάλλει κάποιους φόρους σχετικά για τις δωρεές και την περιουσία της. Αν και αρχικά η κυβέρνηση έδειχνε αλώβητη απ’τον ιερό πόλεμο που ξεκίνησαν οι ιεράρχες εναντίον της, λίγο καιρό αργότερα πέρασε ...στα ψιλά ότι οι φόροι που τελικά επιβλήθηκαν στην εκκλησία περιορίστηκαν σε αστεία επίπεδα τύπου 0,5%. Απ’τη στιγμή που η κυβέρνηση δε μπορεί να επιβάλλει ένα απλό μέτρο εκσυγχρονισμού και εκκοσμίκευσης του κράτους, μόνο απαισιόδοξος μπορεί να είναι κάποιος για τη γενικότερη προσπάθεια.
Στη μάχη με τη γάγγραινα της φοροδιαφυγής που είναι από τους κορυφαίους παράγοντες που οδήγησαν την Ελλάδα σε οικονομικό τέλμα, ο Παπανδρέου όχι μόνο δεν εμφανίστηκε, αλλά άνοιξε με την περίφημη περάιωση το δρόμο για να συνεχίσουν να παρελαύνουν όλοι όσοι τόσα χρόνια φοροδιαφέυγουν. Είναι σεβαστή η εισπρακτική ανάγκη του κράτους την περίοδο αυτή, όμως η ατιμωρησία διαιωνίζει το πρόβλημα. Άλλωστε ξέρει και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός ότι οι μακροπρόθεσμες αλλαγές είναι που μπορούν να φέρουν ουσιαστική αλλαγή. Όμως στη μάχη με τους ισχυρούς αποδείχθηκε αδύναμος. Μάλιστα η περαίωση των μεγαλύτερων οικονομικά στρωμάτων, αναφέρεται τελείως αόριστα στις λεπτομέρειες της ρύθμισης ότι θα καθοριστεί μελλοντικά, εμφανίζοντας και πάλι την αδυναμία της κυβέρνησης να τιθασεύσει τους πιό ισχυρούς.
Στη μάχη με το λεγόμενο «βαθύ ΠΑΣΟΚ» και πάλι ο Γιώργος έχασε. Ξεκίνησε τη διακυβέρνηση της Ελλάδας με ένα αξιοζήλευτο για άλλα κράτη μικρό και ευέλικτο κυβερνητικό σχήμα αποτελούμενο από τεχνοκράτες, ουσιαστικούς πολιτικούς. Ο Γιώργος Παπανδρέου όμως στον τελευταίο του ανασχηματισμό συμπεριέλαβε ...τη μισή του κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση υπακούοντας στη δίψα των κορυφαίων εκφραστών του ...βαθέως ΠΑΣΟΚ για εξουσία. Βέβαια, επρόκειτο για μια μαεστρική κίνηση στο επίπεδο της μικροπολιτικής στο εσωτερικό του κόμματος που επέφερε (;) την ηρεμία, όπως πολύ σωστά έγραψε και το κορυφαίο περιοδικό «The Economist». Το ζητούμενο όμως είναι η πρόοδος και ο εκσυγχρονισμός ακόμα και στο εσωτερικό των κομμάτων τα οποία μπορεί να εξασφαλίσουν και τη ...θρυλούμενη διαφάνεια. Η συγκεκριμένη κίνηση όμως μόνο οπισθοδρόμηση επέδειξε.
Τέλος, με τις παρούσες εκλογές ο Έλληνας πρωθυπουργός έχασε άλλο ένα τρένο με προορισμό τον πολιτικό εκσυγχρονισμό. Αν και έπρεπε να τονίσει τον αυτοδιοικητικό χαρακτήρα των εκλογών και το ειδικό του βάρος ειδικά για τις μεγάλες πόλεις-περιφέρειες, ο Παπανδρέου υπερπολιτικοποίησε τη μάχη αυτή και απείλησε με εθνικές εκλογές υπακούοντας τυφλά τις οδηγίες ...των δημοσκοπήσεων και των μέσων ενημέρωσης που εμφάνισαν το ΠΑΣΟΚ απειλούμενο από την κοινή γνώμη. Το ανούσιο της πράξεως φαίνεται να συνειδητοποίησε και ο πρωθυπουργός μετά την πρώτη Κυριακή που απέσυρε κακήν κακώς την άκαιρη απειλή.
Κλείνοντας, πρέπει να επισημανθεί ότι το εγχείρημα του μακροπρόθεσμου εκσυγχρονισμού μόνο εύκολο δεν είναι. Σίγουρα κάποιος που θέλει να μετρηθεί με τα αμέτρητα ελληνικά προβλήματα πρέπει να ρίχνει διαρκώς νερό στο κρασί του. Τα πρώτα δείγματα όμως δείχνουν ότι πάει να γίνει πλέον το κρασί νερό. Με δεδομένη τη θέληση του Γιώργου Παπανδρέου να μείνει στην ιστορία εκτός από πρωθυπουργός του μνημονίου και ως πρωθυπουργός του εκσυγχρονισμού, ας ελπίσουμε ότι ο ίδιος θα διαψεύσει όλους αυτούς τους προβληματισμούς. Άλλωστε έχει πολύ χρόνο ακόμα.

Το κόστος της αποχής από τις εκλογές

Αρχική δημοσίευση: www.enallaxnews.gr 06/11/2010


Λαμβάνοντας υπόψιν τα μεγάλα ποσοστά αποχής σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις της τελευταίας δεκαετίας –στις δημοτικές εκλογές του 2006 φτάσαμε σε επίπεδα μέχρι και 50%-, αλλά και την αυξανόμενη δυσαρέσκεια ενός πολύ μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης με το πολιτικό σύστημα και ορισμένους εκφραστές του, ένα παράδοξο εμφανίζεται.
Όταν η δυσαρέσκεια αυτή μεταφράζεται σε αδιαφορία για την πολιτική και οδηγεί τελικά σε αποχή στις εκλογικές αναμετρήσεις, είναι ικανή να εξασφαλίσει σε κάποιον υποψήφιο το χρίσμα είτε του δήμαρχου είτε του περιφερειάρχη. Το παράδοξο αυτό εξηγείται με πολύ απλά μαθηματικά. Ας λάβουμε υπόψιν τα αποτελέσματα στις εκλογές του 2006 στο Δήμο Θεσσαλονίκης. 245.546 ήταν οι εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι. 177.526 είναι ο αριθμός των ψηφισάντων, με το ποσοστό αποχής στον Α γύρο να ανέρχεται στο 27,70% που είναι μάλιστα σχετικά μικρό σε σχέση με άλλες περιοχές.  Οι 68,319 που ψήφισαν τον μετέπειτα νικητή Βασίλη Παπαγεωργόπουλο του έδωσαν 41,4%. Σε περίπτωση που το 100% των εγγεγραμμένων ψήφιζαν, το ποσοστό του Παπαγεωργόπουλου θα ανερχόταν σε 29,93%. Η πράξη που παράγει αυτό το αποτέλεσμα είναι η εξής: 41,4/(100/72,3)*. Οπότε παρατηρεί κανείς ότι η αποχή έδωσε στον Παπαγεωργόπουλο περίπου 11,5%, ενώ χρησιμοποιώντας κανείς τον ίδιο τύπο για τους υπόλοιπους υποψήφιους βρίσκει ότι η αποχή τους έδωσε πολύ μικρότερα ποσοστά.  Ίδια αποτελέσματα με την αποχή έχει και το ‘άκυρο’ ή το ‘λευκό.’ Μπορεί μάλιστα να φανταστεί κανείς το προβάδισμα που δίνει η αποχή στους πολυάριθμους δήμους και τις νομαρχίες που η αποχή φτάνει σε επίπεδα 50%.
Με αυτά τα δεδομένα αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο μεγάλος αριθμός των πολιτών που δηλώνουν δυσαρεστημένοι με την πολιτική ηγεσία, οφείλουν να διαλέξουν πολύ προσεκτικά τον υποψήφιο που τους εκφράζει και να του δώσουν άυριο την ψήφο τους.

Η αλαζονεία μιας εξουσίας.

Αρχική δημοσίευση: www.enallaxnews.gr 05/11/2010

Η περιβόητη πλέον, απειλή του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Άνθιμου προς τον υποψήφιο δήμαρχο της πόλης Γιάννη Μπουτάρη, ότι όσο ζει δε θα τον αφήσει να ...δει δημαρχία, έχει ανοίξει και πάλι τους ασκούς του αιόλου σχετικά με τα όρια συμμετοχής της εκκλησίας στην πολιτική. Έτσι, η δήλωση αυτή δεν έχει ειδικό βάρος μόνο καθεαυτή, αλλά και ως συνέχεια άλλων περιστατικών εμπλοκής της εκκλησίας στην πολιτική ζωή της χώρας.
Είναι αλήθεια βέβαια ότι και ο Μπουτάρης χρησιμοποίησε προκλητικό χαρακτηρισμό για το μητροπολίτη, αποκαλώντας τον ...«Μουτζαχεντίν». Η διαφορά όμως μεταξύ των δύο τοποθετήσεων έχει να κάνει με το θεσμό που εκπροσωπεί ο καθένας. Ο Μπουτάρης από τη μια έχει το δικαίωμα σαν πολιτικός και πιο συγκεκριμένα ως υποψήφιος δήμαρχος να χαρακτηρίζει τον καθένα όπως επιθυμεί. Είναι πολιτικό του δικαίωμα η επιλογή να εναντιωθεί ακόμα και με άκομψο τρόπο προς την εκκλησία, σε περίπτωση που αυτός πιστεύει ότι με αυτό τον τρόπο μπορεί να συσπειρώσει τους ουκ ολίγους δυσαρεστημένους με τα έργα και τις ημέρες ορισμένων εκπροσώπων της εκκλησίας. Οι ...λόγοι και τα έργα του, μπορούν να αξιολογηθούν μόνο πολιτικά, όπως και θα γίνει σύντομα, με τη δημοκρατικότερη μάλιστα μέθοδο, την ψηφοφορία.
Η ειδοποιός διαφορά, έγκειται στο ότι ο Άνθιμος, ως θεσμικός αντιπρόσωπος της αυτοκέφαλης ελληνικής εκκλησίας, είναι κατ’επέκταση και αντιπρόσωπος του ελληνικού κράτους, όσο τουλάχιστον η εκκλησία δεν έχει ακόμα διαχωριστεί από το κράτος στο ελληνικό Σύνταγμα. Απ’τη στιγμή όμως που η παραμονή του Άνθιμου στη θέση του δεν εξαρτάται απ’ την ψήφο των πολιτών, αλλά απ’ τη...μακροζωία του, αντιλαμβάνεται κανείς ότι η απειλή που εξέφρασε ο Άνθιμος, όχι μόνο στερείται κάθε δημοκρατικής υπόστασης, αλλά μάλιστα ο μητροπολίτης προκαλεί έντονα με τον θρασύτατο τρόπο που διαχειρίζεται την εξουσία που το κράτος εμμέσως του έχει παραχωρήσει. Οφείλει μάλιστα ο Πρωθυπουργός, όχι μόνο να αγνοήσει την ...εντολή που του έδωσε ο μητροπολίτης να νουθετήσει τον υποψήφιο του κόμματός του, αλλά να καταδικάσει την προκλητική δήλωση του πρώτου. Διαφορετικά μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι το πολίτευμα στην Ελλάδα μετά από τέτοια περιστατικά θυμίζει έντονα...θεοκρατία.
Όπως σημειώθηκε παραπάνω, η δήλωση αυτή του μητροπολίτη δε πρέπει να εκτιμηθεί αποσπασματικά. Είναι πολλά πλέον τα κρούσματα που ο ίδιος, όπως και πολλοί άλλοι εκπρόσωποι της εκκλησίας, κάνουν κατάχρηση του δικαιώματος τους να τοποθετούνται επί της πολιτικής. Ενώ ο ρόλος τους είναι ποιμενικός, μερικοί έχουν σαν πρώτη προτεραιότητα να εμπλέκονται στην πολιτική ζωή της χώρας από τον ισόβιο και μή αιρετό χώρο του ιερού άμβωνα. Μάλιστα, οι πολιτικές τους παρεμβάσεις, δε γίνονται από μια ανεξάρτητη αφετηρία, αλλά έχουν τις περισσότερες φορές έντονες ιδεολογικές αποχρώσεις. Απ’ότι φάινεται, πολλοί απο αυτούς, δεν εκτιμούν ορθά το παράδειγμα του νέου Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου, ο οποίος έχει τύχει της ευρύτατης αποδοχής και συμπάθειας σχεδόν όλης της κοινωνίας, ακριβώς επειδή αποφεύγει να εμπλακεί με την πολιτική ζωή της χώρας.
Το κύρος της εκκλησίας στην Ελλάδα όμως δε πλήττεται μόνο απ’τις δηλώσεις αυτές. Μετά την υπόθεση του Βατοπεδίου, άσχετα ποια θα είναι η τελική της έκβαση, μεγάλο μέρος της κοινωνίας δυσαρεστήθηκε, ενώ και ο τρόπος που χειρίστηκε το ζήτημα της φορολόγησής της, περαιτέρω υποβάθμισε την αξία της στη συνείδηση της κοινωνίας. Σε μια περίοδο που οι Έλληνες δεινοπαθούν οικονομικά, η εκκλησία όχι μόνο απέφυγε να στηρίξει το ...ποίμνιό της, αλλά κίνησε γη και ουρανό για να αποφύγει τη φορολόγησή της. Η τεράστια εξουσία της μάλιστα αποδεικνύεται απ’το γεγονός ότι η κυβέρνηση, υπέκυψε και μέιωσε στο ελάχιστο τους φορολογικούς συντελεστές. Απ’τη στιγμή που η πολιτική εξουσία αποδεικνύεται αδύναμη να επιβληθεί της θρησκευτικής, απομένει να μάθουμε αν και το ποίμνιο εξακολουθεί να ακολουθεί τυφλά τις επιταγές του ποιμένα του και ένας μητροπολίτης αποδειχθεί τελικά αρκετά δυνατός ώστε να...ανεβοκατεβάζει δημάρχους και να συνεχίζει να επηρεάζει την πολιτκή ζωή της χώρας.

Friday, 27 April 2012

Δράση: Για όσους ψάχνουν μια εναλλακτική και πραγματικά υπεύθυνη επιλογή



Χωρίς να γνωρίζω κανέναν προσωπικά και χωρίς να διακυβεύεται κάποιο προσωπικό μου συμφέρον, στο παρόν κείμενο εξηγώ γιατί από τις παρατάξεις που συμμετέχουν στις εκλογές μόνο η «Δράση» είναι υπεύθυνη επιλογή βάσει των υπαρχόντων οικονομικoπολιτικών συνθηκών. 

Για την παρούσα κρίση και τους λόγους που την προκάλεσαν, πολλές αναγνώσεις έχουν εμφανιστεί. Οι λόγοι που την προκάλεσαν καταλαμβάνουν πολύ περισσότερη έκταση στο δημόσιο διάλογο από τους τρόπους αντιμετώπισής της.

Ως προς το πως θα διαφύγουμε, ο δημόσιος διάλογος δυστυχώς αναλώθηκε τα τελευταία δύο χρόνια στο αν θα παραμείνουμε στο μνημόνιο ή αν θα απαλλαχτούμε από αυτό διακινδυνεύοντας ή ακόμα και επιλέγοντας μια επιστροφή σε μια υποτιμημένη δραχμή. Αυτό είναι φυσικό, καθώς ο κόσμος δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τη συνθετότητα των δημοσιονομικών και χρηματοπιστωτικών μηχανισμών που περιπλέκουν την κατάσταση στην Ελλάδα, όπως και το ίδιο το ελληνικό σύνταγμα υποδεικνύει. Έχει μάλιστα ως αποτέλεσμα να χειραγωγείται ο κόσμος από αυτούς που δίνουν τις πιο ευκολοχώνευτες αναλύσεις-απαντήσεις που μεταθέτουν το πρόβλημα σε εχθρούς προερχόμενους από την πολιτική ηγεσία, την μηντιακή εξουσία και τους κερδοσκοπικούς «καρχαρίες» από το εξωτερικό που θέλουν το κακό μας. Βέβαια όλοι αυτοί που «καθοδηγούν» το δημόσιο διάλογο έχουν οικονομικό ή πολιτικό συμφέρον με την εμπλοκή τους είτε στον πολιτικό, είτε το μηντιακό κόσμο και ...πετάνε ο ένας το μπαλάκι στον άλλον. Μάλιστα ενώ το μνημόνιο είναι ένα κείμενο που δίνει μόνο τους οικονομικούς στόχους που πρέπει να έχει η Ελλάδα, η επίτευξή τους με επαχθή μέτρα αντί για μεταρρυθμίσεις είναι έργο των κυβερνώντων που δεν ήθελαν να τα βάλουν με κατεστημένα συμφέροντα (όπως τα συνδικάτα) που χρόνια τώρα εξασφάλιζαν την εκλογή τους. Για να μη χάνουμε όμως το επίκεντρο του προβλήματος, να υπενθυμίσω ότι σε κάθε περίπτωση οι υπαίτιοι θεωρούνται πάντα οι «άλλοι» εκτός από τους ίδιους τους Έλληνες.

Με βάση αυτήν ακριβώς την εξέλιξη του δημοσίου διαλόγου έχουν προσαρμόσει και τις δεσμεύσεις και τοποθετήσεις τους τα κόμματα που θα συμμετάσχουν στις εκλογές. Όλοι τοποθετούνται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εναντίον του μνημονίου. Ακόμα και ο ίδιος ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ που ήταν υπουργός οικονομικών για τους τελευταίους μήνες τοποθετήθηκε απέναντι στο μνημόνιο λέγοντας ότι ήταν εναντίον αυτής της επιλογής. Αντίστοιχα και τα άλλα κόμματα που δεν τίθενται καθέτως κατά του μνημονίου όπως η ΝΔ, η ΔΗΜΑΡ και το ΛΑΟΣ, μιλάνε για επαναδιαπραγματεύσεις και αλλαγή των όρων. Κάτι το οποίο φυσικά δεν είναι δυνατό, όπως φάνηκε και το Σεπτέμβριο του 2011, όταν η Ελλάδα κινδύνεψε πιο πολύ από ποτέ με χρεωκοπία όταν η τρόικα αποχώρησε χωρίς να καταβάλει τη δόση βλέποντας ότι δεν είχαν προχωρήσει οι μεταρρυθμίσεις και με τον κ. Βενιζέλο να εμφανίζεται αποφασισμένος να επαναδιαπραγματευτεί. Ως εκ τούτου, εφόσον οι δανειστές έχουν ξεκαθαρίσει ότι δεν είναι επαναδιαπραγματεύσιμο το μνημόνιο, κάθε φορά που υποστηρίζουν κάτι τέτοιο οι συγκεκριμένοι πολιτικοί αρχηγοί, εκμεταλλεύονται την αδύναμη μνήμη ορισμένων ψηφοφόρων και την αδυναμία τους να αντιληφθούν την κατάσταση. Από την άλλη υπάρχουν φυσικά και κόμματα όπως η Χρυσή Αυγή, η Ανταρσύα, οι Ανεξάρτητοι Έλληνες, ο Σύριζα και το ΚΚΕ που εμφανίζονται ως πολέμιοι του μνημονίου, χωρίς βέβαια να έχουν βάλει στο προσκήνιο της πολιτικής τους πρότασης το πλάνο που θα ακολουθήσουν την επόμενη μέρα μετά την απαλλαγή από το μνημόνιο. Απλά επικεντρώνονται στην πράξη της απαλλαγής από το μνημόνιο, προφανώς προσβλέποντας στους αγανακτισμένους ψηφοφόρους που θέλουν ψήφο-αντίδραση χωρίς να μπορούν να υπολογίσουν τις μετέπειτα συνέπειες.

Το πρόβλημα που προκύπτει από τη στάση του συνόλου σχεδόν των κομμάτων είναι ότι κανένας δεν έχει βάλει στο προσκήνιο τα προβλήματα που οι ίδιοι έχουμε προκαλέσει στους εαυτούς μας λόγω των λανθασμένων πολιτικών που ακολουθούσαμε εδώ και χρόνια. Θέλοντας και μη η Ελλάδα κινδυνεύει με επαχθή ...φτώχεια αν βγει από το μνημόνιο. Ως εκτούτου η στάση των πολιτικών κομμάτων που περιέγραψα παραπάνω αποδεικνύει ότιενδιαφέρονται αποκλειστικά και μόνο για την πολιτική τους σταδιοδρομία και όχι για το καλό της Ελλάδας γενικότερα. Γιατί όπως και να έχει ο μόνος δρόμος για να απαλλαχθεί η Ελλάδα από τα προβλήματα της είναι να αλλάξει τον εαυτό της και τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές νοοτροπίες που αποδείχθηκε ότι παράγουν ελλείμματα. Αυτός είναι ο πατριωτισμός και όχι η μετάθεση των ευθυνών σε άλλους.  

Δυστυχώς η πλειοψηφία κομματικών σχηματισμών και ψηφοφόρων δεν αντιλαμβάνεται το πόσο σημαντικότερος είναι ο τρόπος αντιμετώπισης της κρίσης με μεταρρυθμίσεις από το να ψάχνουμε εξιλαστήρια θύματα γιατί φοβόμαστε να αλλάξουμε. Τα μόνα δύο κόμματα τα οποία ξεκάθαρα αυτή τη στιγμή τονίζουν την προτεραιότητα των εσωτερικών μεταρρυθμίσεων αντί των επαχθών χαρατσιών και μειώσεων μισθών και συντάξεων είναι η Δημοκρατική Συμμαχία και η Δράση.

Και τα δύο αυτά κόμματα είναι φιλελεύθερων καταβολών και θα μπορούσε εύκολα κανείς να υποστηρίξει ότι υποστηρίζουν σχέδια μεταρρυθμίσεων γιατί αυτά εκλπηρώνουν την ιδεολογική τους προτίμηση για μείωση της δραστηριότητας του κράτους και την απελευθέρωση της αγοράς. Μπορεί βέβαια να σκεφθεί κανείς ότι η ανάπτυξη της οικονομίας μας αυτή της στιγμή μπορεί να έρθει μόνο από της βελίτωση της αποδοτικότητας του δημοσίου τομέα.

Κατά τα άλλα από τα δύο αυτά κόμματα μόνο η Δράση έχει στις τάξεις της τεχνοκράτες και προσωπικότητες που δεν ειναι πιστοί υπηρέτες του φιλελεύθερου προτάγματος όπως κατά κύριο λόγο συμβαίνει με την παράταξη της κυρίας Μπακογιάννη και δίνουν στη Δράση ένα πιο πολύ μεταρρυθμιστικό και εκσυγχρονιστικό προσωπείο με αποκλειστικό γνώμονα όχι την εφαρμογή της φιλελεύθερης ή νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, αλλά το πατριωτικό συμφέρον του να είναι ο δημόσιος τομέας μας βιώσιμος οικονομικά, χωρίς να χάνει ταυτόχρονα τον κοινωνικό του χαρακτήρα. Δεν είναι τυχαίο ότι μερικές πολύ σημαντικές προσωπικότητες της ελληνικής διανόησης έχουν επιλέξει αυτή την παράταξη με το μικρό και καθόλου έντονο κομματικό παρελθόν για να συνταχθούν μαζί της αφήνοντας την ησυχία τους και διακινδυνεύοντας την πνευματική πρωτοκαθεδρία τους για το ρεαλιστικό συμφέρον της Ελλάδας.

Δράση: Για όσους ψάχνουν μια εναλλακτική και πραγματικά υπεύθυνη επιλογή


Friday, 14 January 2011

Ο Μακιαβέλι, ο Χόμπς και... ο Γκλέτσος!

Από την εποχή της Αναγέννησης στα μέσα της περασμένης χιλιετίας και έπειτα, μεγάλοι πολιτικοί στοχαστές καταλήγουν σε παρόμοια συμπεράσματα για την ψυχολογία των μαζών και πως αυτή συναρτάται με τους ηγέτες και τις πράξεις τους.

Ο αδίκως διαβόητος Μακιαβέλι περιέγραφε πως οι πολιτικές ηγεσίες «παίρνουν απ’το χέρι» τους υπηκόους τους σε μια σχέση που κυριαρχούν ένστικτα και πάθη. Εξηγούσε στα συγγράματά του ότι με πράξεις εντυπωσιακές και κυρίως βίαιες και αιμοβόρες, ένας ηγεμόνας προκαλούσε δέος στους υπηκόους και τους εχθρούς. Προκαλούσε ένα αίσθημα φόβου που έφερνε όμως το θαυμασμό και το σεβασμό. Κέρδιζε την εμπιστοσύνη των υπηκόων που ένιωθαν ότι ένας ισχυρός ηγεμόνας τους προστατεύει από τους εχθρούς και όλους τους άλλους φόβους που τους διακατείχαν. Ο Χομπς μας κληροδότησε με μια αντίστοιχη περιγραφή της σχέσης των ανθρώπων με τους ηγεμόνες τους στο επίπεδο της ψυχολογίας. Περιέγραφε πως οι άνθρωποι φοβούνται όταν δεν έχουν κάποιον ισχυρό ηγέτη να τους προστατεύει. Ότι για το λόγο αυτό χρειάζονται μια ηγεσία που κρατά όλες τις εξουσίες για να τους προστατεύει.

Αν μεταφερθούμε στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα θα συναντήσουμε σε πολλά μέρη της Ευρώπης κάτι αντίστοιχο. Ενώ στη Σοβιετική Ένωση ο λαός αντέδρασε με επανάσταση στο αίσθημα αδικίας που τον διακατείχε, στις περισσότερες περιοχές της Ευρώπης οι ανακατατάξεις του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου και η βαθιά οικονομική κρίση δημιούργησαν αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους λαούς της Ευρώπης. Η καθημερινότητα ήταν δύσκολη και οι ηγέτες που αυτή η κατάσταση γέννησε, ήταν αυτοί που απάντησαν στα βαθύτερα ένστικτα των ανθρώπων με λόγους και πράξεις που ξεσήκωναν, προκαλούσαν θαυμασμό και «χρύσωναν το χάπι» αμελώντας την ουσία των οικονομικών προβλημάτων και μιλώντας στο επίπεδο του υπερβατικού. Έθνος, φυλετική ανωτερότητα, βία και μίσος. Άγρια ένστικτα που όταν ενεργοποιούνται δίνουν έυκολα ψυχικό σθένος στον πεινασμένο και κατατρεγμένο.

Η ιστορία βέβαια δεν είναι κυκλική και δε σκοπέυω να καταλήξω στο ότι τα ίδια γεγονότα αναμένεται να επαναληφθούν. Ο πολιτισμός και οι συνθήκες της καθημερινότητας συνεχώς προοδεύουν. Το μόνο που παραμένει αναμφισβήτητα ίδιο είναι τα ανθρώπινα ένστικτα και πάθη. Ο τρόπος που τα διαχειρίζονται οι σύγχρονοι ηγεμόνες είναι το ζητούμενο.

Ο Γκλέτσος όσο αστείο και αν ακούγεται είναι ένα παράδειγμα που συνδυάζει μεγάλους πολιτικούς στοχαστές και μεγάλα ιστορικά γεγονότα με το μικρόκοσμο της καθημερινότητας στην Ελλάδα σήμερα. Οι απερίσκεπτες πολιτικές επιλογές που οι ψηφοφόροι ορισμένες φορές κάνουμε δίνουν θεσμικούς ρόλους σε μικρούς περιστασιακούς ήρωες της καθημερινότητας όπως ο Γκλέτσος. Ο κάθε Γκλέτσος απ’την πλευρά του φροντίζει να βρίσκει τρόπους να κερδίζει το θαυμασμό και την αγάπη αυτών για τους οποίους η υψηλή πολιτική και η μορφή της σημερινής κρίσης είναι πολύ περίπλοκα θέματα που δεν προσπαθούν να καταλάβουν. Όπως ο Μακιαβέλι και ο Χομπς πριν τόσα χρόνια περιέγραφαν, ο τοπικός πολιτικός ηγέτης Γκλέτσος με λόγους και πράξεις βίαιες και συνάμα εντυπωσιακές, προσπερνάει με το τρακτέρ του όλους τους νόμιμους θεσμούς και το Σύνταγμα για να μιλήσει κατευθείαν στην ψυχή των καταφανέστατα ταλαιπωρημένων οικονομικά κατοίκων. Μιλάει και φέρεται με «τσαμπουκά» και αυτό γοητεύει την τοπική κοινωνία, η οποία την ώρα που φοβάται και νιώθει ανυπεράσπιστη απέναντι στη λαίλαπα μιας κρίσης που δεν καταλαβαίνει, βρίσκει στο πρόσωπό του Γκλέτσου τον πραγματικό ηγέτη, μεταφέροντας τον εαυτό της στην εποχή που έγραφαν ο Μακιαβέλι και ο Χομπς. Δεν θα εφάρμοζα ποτέ συμπεράσματα περί πολιτικής ψυχολογίας σε παραδείγματα όπως ο Γκλέτσος και το συγκεκριμένο περιστατικό, αν η ιστορία περιοριζόταν μόνο σε αυτό. Το ζήτημα είναι ότι οι πράξεις του Γκλέτσου δεν περιορίζονται στο να γοητεύουν την τοπική κοινωνία, αλλά όπως αποδείχθηκε «μιλούν» στην ψυχή του κάθε ανυπεράσπιστου και φοβισμένου Έλληνα που αναγνωρίζει έναν ήρωα στο πρόσωπό του. Έναν ήρωα ταλιμπάν που όταν πονάει χέρι, κόβει χέρι. Όπως σε περιοχές της Μέσης Ανατολής που όταν κλέψει ένα παιδάκι του σπάνε το χέρι. Αποτελεσματικό, όπως και η πράξη του Γκλέτσου δεν είναι και αυτό;

Αυτό είναι το μεγαλύτερο κόστος αυτής της κρίσης. Όταν ο κόσμος από την εποχή της ευημερίας μεταφέρεται στην εποχή της αβεβαιότητας και του φόβου, τα άγρια ένστικτα και οι ανάγκες για «νταήδες» αντί λογικούς ηγέτες ξυπνούν. Όταν ο κόσμος εκφράζει το θαυμασμό του για το Γκλέτσο, τα λόγια και τις πράξεις του, ένα είναι σίγουρο. Ότι θα ακολουθήσουν και άλλοι το παράδειγμα του. Ας αναλογιστούμε μαζί τωρα τις επιπτώσεις αυτής της επιστροφής στο μεσαίωνα.

Εδώ είναι που πρέπει να πάρει θέση η πολιτική ηγεσία της Ελλάδας. Να καταδικάσει τις ενέργειες του Γκλέτσου και να επισημάνει τον κίνδυνο που ενέχουν αυτές οι συμπεριφορές. Γιατί αν δεν αντιμετωπίσει ως άλλος «ηγεμόνας» του Μακιαβέλι αυτούς που αμφισβητούν τη δημοκρατία που εμείς επιλέξαμε για τους εαυτούς μας, ο Γκλέτσος την επόμενη φορά δε θα πάει στα διόδια, αλλά θα επισκεφθεί μαζί με τους θαυμαστές του τη Βουλή. Και αυτή τη φόρά θα μπούνε μέσα. Ότι και να λέμε όμως δεν αναμένεται τέτοια πράξη από την κυβέρνηση. Πάλι θα χαμηλώσει τους τόνους υπολογίζοντας το πολιτικό κόστος της ρήξης με το Γκλέτσο και όσα οι πράξεις του αντιπροσωπεύουν. Εδώ δε μπορεί να κόψει το κάπνισμα, το βήχα του Γκλέτσου θα κόψει;