Friday, 11 January 2013

Η λύση δεν είναι η συναίνεση, αλλά η αναγέννηση.

Aρχική δημοσίευση: www.enallaxnews.gr 11/12/2010

Το τελευταίο διάστημα έχει αρχίσει να διεξάγεται ένας δημόσιος διάλογος σχετικά με τη δυνατότητα απεγκλωβισμού του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα από τη δική του κρίση μέσω μιας ευρείας κομματικής συναίνεσης.

Ακούγεται πολύ λογική η ιδέα της συναίνεσης σε πολλούς ανθρώπους που δεν ανήκουν σε κάποιο συγκεκριμένο κομματικό ή ιδεολογικό χώρο και ταυτόχρονα αντιλαμβάνονται τη ματαιότητα και το κόστος των ανούσιων διαξιφισμών σε ένα ‘παιχνίδι’ που ορίζεται έξωθεν.
Σκέφτεται κάποιος απλά… Που «κολλάνε» οι μεταρρυθμίσεις και όλες οι απαιτούμενες αλλαγές που απαιτεί η αναπόφευκτη αυτή κατάσταση; Μα, στην αντιπολίτευση που είτε καθεαυτή, είτε κινητοποιώντας κοινωνικές αντιδράσεις βάζει εμπόδιο σε έναν ήδη δύσκολο δρόμο. Τον οποίο θα ακολουθούσε κατά πάσα πιθανότητα όποιος και να βρισκόταν στην κυβέρνηση. Όμως, όλες οι αντιπολιτευόμενες δυνάμεις μένουν προσκολλημένες  στο δρόμο της στείρας αντιπαράθεσης με σκοπό τη συσπείρωση των όσων πιστών φίλων τους έχουν απομείνει, ενώ οι «εναλλακτικές» επιλογές που ευαγγελίζονται οδηγούν όλες μακροπρόθεσμα σε αδιέξοδο.
Ως εκ τούτου αντιλαμβάνεται κανείς το μη ευκταίο της όποιας συναίνεσης. Τη στιγμή που δε μπορεί να τα βρει το ΠΑΣΟΚ με το… ΠΑΣΟΚ, καθώς υπάρχει αντιπολίτευση εκ των έσω, υπάρχει ποτέ περίπτωση να συναινέσουν κόμματα που δεν εμπνέουν παρά μόνο προσεταιρίζονται τα παράπονα των πολιτών;
Ας υποθέσουμε όμως ότι γίνονται εκλογές τώρα. Με βάση τα τωρινά δεδομένα δεν υπάρχει κάποιο κόμμα που θα μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση. Οπότε θα μπορούσαμε να δούμε για πρώτη φορά μια κυβέρνηση συνεργασίας. Πιστεύει κανείς ότι μπορεί να έχει αυτό το εγχείρημα την οποιαδήποτε διάρκεια; Στη Γερμανία που απολαμβάνει ένα υγιέστερο πολιτικό σύστημα είδε όλος ο κόσμος πως οδηγείται στο αδιέξοδο μια κυβέρνηση συνεργασίας, σε πολύ ηπιότερη πολιτικά περίοδο μάλιστα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο η τωρινή κυβερνητική συμμαχία αποτελείται από δύο άνισες δυνάμεις, με τον πιο αδύναμο να έχει το ρόλο δεκανικιού. Η συναίνεση σε κάθε περίπτωση είναι μια εξαιρετική προοδευτική ιδέα. Στερείται όμως κάθε επαφής με τον πραγματισμό. Δεν υπαρχει η απαραιτητη ωριμοτητα απ’την πλευρα των κομματων για να επιτευχθει κατι τετοιο.
Η έξοδος από την πολιτική κρίση ξεκινά ενδεχομένως από το εξής ερώτημα: Πόσοι είναι αυτοί που συνεχίζουν να υποστηρίζουν τα κόμματα με την τωρινή τους σύνθεση; Πριν από λίγα χρόνια θυμάμαι πως χλευάζαμε τους Αμερικανούς για τα πολύ χαμηλά ποσοστά συμμετοχής τους στις εκλογές. Πλέον όμως ακολουθούμε τον ίδιο δρόμο. Το δεύτερο ερώτημα είναι το εξής: Πόσοι είναι απογοητευμένοι από τα κόμματα συγκριτικά με αυτούς που συνεχίζουν να τα στηρίζουν; Θεωρώ ρητορικά πλέον αυτά τα δύο ερωτήματα οπότε δε τα απαντώ. Τρίτο ερώτημα: Υπάρχει κάποια εναλλακτική λύση που θα μπορέσει να προσελκύσει ή ακόμα και να εμπνεύσει και πάλι το εκλογικό σώμα; Η απάντηση εδώ υπάρχει. Η αναζωογόνηση του πολιτικού συστήματος με διακεκριμένες προσωπικότητες που ασπάζονται τον ορθολογισμό και δεν θα επιχειρήσουν με επικοινωνιακά τεχνάσματα και άλλους θεατρινισμούς να προσελκύσουν την κοινή γνώμη. Πρόκειται για ενεργούς πολίτες και προσωπικότητες που θα έρθουν από άλλους χώρους να μιλήσουν και να δράσουν εκτός πλαισίου, εκτός παραδοσιακής ρητορικής, χωρίς σχέσεις αλληλεξάρτησης με τους ψηφοφόρους. Επειδή με την παρούσα κρίση το πελατειακό κράτος πεθαίνει, πρέπει να το αναπληρώσουν όσοι μπορούν να εκλεγούν καθαρά με βάση την προσωπικότητα και τις δυνατότητές τους. Το πρώτο βήμα έχει γίνει. Στο Δήμο της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.
Σε κάθε περίπτωση δε μιλάω για αντικατάσταση του πολιτικού συστήματος, αλλά την αναζωογόνησή του. Αλλαγή προσώπων και τακτικών και όχι ξερίζωμα θεμελίων. Άλλωστε οι μόνες επαναστάσεις που έχουν πλέον πιθανότητες επιτυχίας είναι οι … «βελούδινες».

Wikileaks: Η ηδονή του απόρρητου, η ουσία της είδησης και οι επιπτώσεις.

Aρχική δημοσίευση: www.enallaxnews.gr 30/11/2010


Η είδηση και μόνο της διάρρευσης απόρρητων εγγράφων από την ιστοσελίδα Wikileaks προκαλεί ένα είδος ...ηδονoβλεψίας στον περισσότερο κόσμο. Το αίσθημα της ξαφνικής πρόσβασης σε έγγραφα που θεωρούνταν επτασφράγιστα μυστικά ιντριγκάρει ακόμα και τους πιο αδιάφορους. Είναι σαν να κοιτάει κάποιος από την κλειδαρότρυπα τα πιο κρυμμένα μυστικά της παγκόσμιας πολιτικής και αυτών που την καθορίζουν και αυτό φυσικά δε μπορεί να αφήσει κανέναν ασυγκίνητο. Κρύβεται όμως πίσω από το παραπέτασμα της αποκάλυψης κάτι σημαντικό;
Πρωτοσέλιδα σημαντικών εφημερίδων γράφουν με μεγάλα γράμματα για μεγάλες αποκαλύψεις, για ...την 11η Σεπτεμβρίου της διπλωματίας και κινδυνολογούν για το ντόμινο αντιδράσεων που οι αποκαλύψεις θα επιφέρουν. Αν όμως κοιτάξει κανείς με ψυχραιμία το περιεχόμενο των αποκαλύψεων θα αντιληφθεί ότι δεν... ανακαλύφθηκε η Αμερική, αλλά ούτε και αποκαλύφθηκε. Όλες οι πληροφορίες που διέρρευσαν δε θα εξέπλητταν κάποιον που παρακολουθεί με μια σχετική συνέπεια το διεθνή τύπο και τις εξελίξεις στην παγκόσμια πολιτική. Είναι πληροφορίες που αποτελούν «κοινό μυστικό» σε όλες τις συζητήσεις σε διπλωματικό επίπεδο, διαρρέουν στα μέσα με τη μορφή υπόνοιας και δε δημοσιεύονται ποτέ κυρίως για την τήρηση των τύπων. Πληροφορίες για τη σχέση ΗΠΑ με PKK και Τουρκίας με Ιράν, είναι μεν αληθείς, αλλά έχουν να κάνουν με κινήσεις παρασκηνίου που δε μπορούν να επιβεβαιωθούν ούτε με τη διάρρευση τους στη δημοσιότητα. Γι’αυτό βγήκαν οι αρμόδιοι εκπρόσωποι και με ευκολία διέψευσαν οποιαδήποτε εμπλοκή. Όλοι εκφράζουν κάποιες αντιδράσεις για ...τους τύπους, αλλά κανένας δεν ανησυχεί περισσότερο απ’ ότι πριν για τη σχέση του με κάποιο άλλο κράτος.
Η μόνη ουσιαστική επίπτωση όλων αυτών ήταν η αντίδραση των ΗΠΑ που δράττονται της ευκαιρίας να δηλώσουν και πάλι ...τρομοκρατημένες και απειλούμενες, ώστε να αντιδράσουν με τον κλασσικό πλέον τρόπο. Την περαιτέρω αύξηση της ασφάλειας τους, την επιβολή νέων κανονισμών για το διαδίκτυο και τα ΜΜΕ και γενικά την εξάπλωση της τρομολαγνείας τους και στο διαδικτυακό χώρο. Όλα αυτά φυσικά συνοδευόμενα από νέα μέσα καταπολέμησης του ηλεκτρονικού εγκλήματος, περισσότερους ελέγχους που οδηγούν ακόμα πιο κοντά στην εξαφάνιση περισσότερων βασικών ελευθεριών. Όπως μπορεί εύκολα κανείς να φανταστεί και όσο το θέμα συνεχίζει να αποκτά διαστάσεις, τα νέα μέτρα ασφαλείας δε θα περιοριστούν εντός των ‘τειχών’ στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, αλλά μακροπρέθεσμα...θα επισκεφθούν και μας.

Ένας πόλεμος στον οποίο οι ιδεολογίες δεν έχουν θέση.

Aρχική δημοσίευση: www.enallaxnews.gr 24/11/2010


Είναι πολλά τα χρόνια που το χρηματοπιστωτικό σύστημα παγκοσμίως ισχυροποιούσε τη θέση του εβρισκόμενο σε σχέση συμβιωτική με τα κράτη και οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα κράτη μέχρι και το 2008 δανείζονταν από τις λεγόμενες αγορές με χαμηλά επιτόκια ανεξαρτήτως ελλειμάτων και πιστοληπτικών δυνατοτήτων. Όλα αυτά όμως μέχρι το 2008. Η παγκόσμια πιστωτική κρίση άνοιξε τους ασκούς του αιόλου και η σχέση κρατών-οργανισμών και αγορών έγινε ταραχωδης. Οι αγορές άρχισαν να αιμοδοτούν τα κράτη ανάλογα με την πιστοληπτική δυνατότητα του καθενός η οποία καθορίζεται από διάφορους παράγοντες με κορυφαίο ίσως το έλλειμα.
Πρόκειται λοιπόν για μια κρίση εμπιστοσύνης που έχει εξελιχθεί πλέον σε μάχη που ξεπερνά την πολιτική και μπορεί να χαρακτηριστεί έως και συστημική. Η κρατική κυριαρχία που ήταν αδιαμφισβήτητη μέσα στο παγκόσμιο σύστημα, πλέον μοχθεί να διατηρήσει τον παλιό ρόλο του ρυθμιστή του συστήματος αυτού, με τις ελεύθερες αγορές πλέον να χρεώνουν πανάκριβα την πιστωτική στήριξη σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Ιρλανδία που εμφανίζουν μεγάλα ελλέιματα όπως και άλλα οικονομικά προβλήματα, σπρώχνοντας τις προς τη χρεωκοπία. Με αυτό τον τρόπο το χρηματοπιστωτικό σύστημα στην εποχή της παγκοσμιοποιημένης ελεύθερης οικονομίας αμφισβητεί τους αδύναμους παίκτες που συμμετέχουν σ’αυτή και στα πλαίσια της αύξησης της ισχύος του επιχειρεί να χτυπήσει και τη νομισματική σταθερότητα του Ευρώ.
Για να διατηρηθούν τα κράτη και οι διάφοροι οργανισμοί οικονομικά ζωντανοί στον πόλεμο αυτό, οφείλουν να επιδείξουν προσήλωση στο στόχο τους που είναι η ενεργή συμμετοχή τους στη λειτουργία του παγκοσμιοποιημένου οικονομικού παιχνιδιού. Πιθανή έξοδος απ’το ‘παιχνίδι’ αυτό μέσω χρεωκοπίας, αναδιάρθρωσης χρεών ή συμμαχίας με εξωσυστημικούς παίκτες, σημαίνει και οικονομική αποξένωση του αντίστοιχου κράτους ή οργανισμού. Το παιχνίδι λειτουργεί με όρους οικονομικού φιλελευθερισμού αποκλείοντας με τρόπο ...δικτατορικό οποιαδήποτε άλλη πολιτική επιλογή ή εφαρμογή διαφορετικής ιδεολογίας. Στα πλαίσια αυτά ο Ομπάμα στις ΗΠΑ τιμωρείται για την κεϋνσιανή κρατοκεντρική κατεύθυνση της οικονομίας του. Η Μέρκελ από την άλλη παρόλο που προσπαθεί να διατηρήσει την ισχύ της ΕΕ στο παιχνίδι αυτό σώζοντας με συγχρηματοδοτούμενα πακέτα αυτούς που δέχθηκαν τα πυρά του χρηματοπιστωτικού συστήματος (Ελλάδα-Ιρλανδία), κάνει ταυτόχρονα πολλά βήματα πίσω. Αυτό γιατί επιθυμεί ταυτόχρονα να ανταποκριθεί και στις φωνές από την εσωτερική πολιτική σκηνή της Γερμανίας που την καλούν να απομακρύνει τη Γερμανία από την ΕΕ. Η αμφιταλάντευσή της όμως εγκυμονεί κινδύνους για το Ευρωπαϊκό εγχείρημα, το οποίο λόγω συσσώρρευσης ισχύος, μπορεί να αποτελέσει ανάχωμα στις ‘επεκτατικές’ διαθέσεις των αγορών που επιθυμούν αδύναμα απομονωμένα κράτη-παίκτες. Η Ελλάδα για παράδειγμα θα βρισκόταν σε πολύ χειρότερη θέση αυτή τη στιγμή αν δε βρισκόταν εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, με το δάνειο που της χορήγησαν τα κράτη της ΕΕ και το Δ.Ν.Τ. που λειτουργεί και αυτό πυροσβεστικά υπέρ των αδύναμων οικονομιών να αποτελεί μοναδική επιλογή αν ο μακροπρόθεσμος στόχος είναι η οικονομική επιβίωση και μετέπειτα ανάπτυξη. Σε κάθε πόλεμο η δυνατότητα επιλογής είναι πολυτέλεια. Η επιλογή της Ελλάδας μπορεί να την επιβαρύνει επί του παρόντος, αλλά είναι υπερπολυτελής συκριτικά με όλες τις εναλλακτικές επιλογές.
Οι παραδοσιακές ιδεολογίες στην Ελλάδα στα πλαίσια ενός οικονομικού πολέμου δεν έχουν πλέον πολιτικό περιθώριο να εκφραστούν, αλλά παρόλα αυτά έχουν προσαρμοστεί στις ιδιαίτερες αυτές συνθήκες παράγοντας ακατάπαυστα έναν ανούσιο πολιτικά λόγο. Τον ‘αντιμνημονιακό’ λόγο.
Η Ελλάδα στα πλαίσια αυτού του πολέμου έχει αναγκαστεί να παραχωρήσει την οικονομική της αυτοκυριαρχία στους κοντινότερους συμμάχους που θα μπορούσαν να τη βοηθήσουν. Τα κορυφαία πολιτικά κόμματα όμως με όχημα την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας για ορισμένους και τις απώλειες του πολέμου (μισθωτοί) για άλλους, αρνούνται τη βοήθεια αυτή παράγοντας ένα στείρο πολιτικό λόγο που δεν αντιπροτείνει τίποτα. ‘Αντιμνημόνιο χωρίς βιώσιμη αντιπρόταση’ θα μπορούσε να είναι ο τίτλος της εκστρατείας του βαθέως και «σοσιαλιστικού» ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, του ΛΑΟΣ, του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ. Η αριστερά σε όλες τις εκφάνσεις της (συμπεριλαμβανομένου του βαθέως ΠΑΣΟΚ) διανύει την πιο στείρα πνευματικά περίοδό της σε μια εποχή που ο εναλλακτικός διαυγής της λόγος θα μπορούσε να βρίσκει λύσεις απ’το να εγκλωβίζεται κοντόφθαλμα πίσω απο μια θεωρητική προστασία των δικαιωμάτων των μισθωτών. Ακόμα και η νεοεισελθής στην πολιτική σκηνή Δημοκρατική Αριστερά, αν και δείχνει πολύ ενθαρρυντικά σημάδια ρεαλισμού και αντίληψης της κατάστασης στη σωστή της διάσταση, εγκλωβίζεται στην παραδοσιακή ταξική αντίληψη της κοινωνίας, θέλει να υπερασπιστεί τους μισθωτούς και με αυτό τον τρόπο εγκλωβίζεται στο δίκαιο αλλά μη ευκταίο των αιτημάτων της. Καταλαβαίνει κανείς του λόγου το αληθές όταν παραδοσιακές εφημερίδες της αριστεράς όπως η «Αυγή» κυκλοφορούν με μαύρα εξώφυλλα καταδίκης χωρίς αντιπρόταση. Από τη δεξιά πλευρά του σπέκτρουμ, ο λόγος της δεξιάς στην Ελλάδα που στηρίζεται στην εκχώρηση κρατικής κυριαρχίας και στις άτοπες εναλλακτικές επιλογές, απλά διογκώνει το πρόβλημα που δημιουργείται από την έλλειψη εσωτερικής συνεννόησης τη δύσκολη αυτή περίοδο. Αναμένεται να δούμε το είδος του πολιτικού λόγου που θα παραχθεί εκ μέρους της νέας «δημοκρατικής συμμαχίας», αν και το κομματικό παρελθόν αυτών που την αποτελούν θέτει εξαρχής ερωτηματικά για τη φρεσκάδα του εγχειρήματος.
Ο λόγος όλων των παραδοσιακών πολιτικών χώρων λοιπόν είναι πεπερασμένος λαμβάνοντας υπόψιν τα δεδομένα της εποχής. Κανένας δε πρότεινε στην κυβέρνηση Παπανδρέου ουσιαστικές και βιώσιμες λύσεις και εμμένουν όλοι στο στείρο αντιπολιτευτικό λόγο, ενώ γνωρίζουν ότι στη θέση του Παπανδρέου θα έπρεπε να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο. Ίσως όλα αυτά αποδεικνύουν ότι ήρθε η ώρα για πιο ώριμες επιλογές που θα αντικαταστήσουν το πεπαλαιωμένο κομματικό σύστημα. Στο δρόμο της δημοκρατικής συμμετοχής, ίσως έτσι όπως αυτή εκφράστηκε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη στις πρόσφατες εκλογές.

Το μήνυμα των εκλογών δεν ήταν η αποχή: Μια συνοπτική αποτίμηση των εκλογών.

Aρχική δημοσίευση: www.enallaxnews.gr 17/11/2010


Αρχικά να τονιστεί ότι είναι ατυχής η όποια προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ να μεταφράσει τη νίκη των Καμίνη και Μπουτάρη σε κομματική νίκη. Την ώρα που το ΠΑΣΟΚ έπεσε στην παγίδα της πόλωσης σχετικά με το μνημόνιο, ζητώντας ουσιαστικά ψήφο εμπιστοσύνης από τους ψηφοφόρους, οι τελευταίοι αναζητούσαν κάτι διαφορετικό. Λίγο ενδαφέρθηκε το κυβερνόν κόμμα για τον αυτοδιοικητικό χαρακτήρα των εκλογών, παρέχοντας επιδερμική στήριξη στους υποψηφίους του. Αυτό όμως επέτρεψε στους συγκεκριμένους υποψηφίους να κινηθούν πιό ανεξάρτητα και να συνάψουν ευρύτατες συμμαχίες. Όχι μόνο με άλλα κόμματα και πολιτικούς, αλλά και με μια ευρύτατη ομάδα πολιτών που διψούσε για υπερκομματικούς πολιτικούς με προσωπικότητα. Μια ομάδα που ήθελε να επιλέξει προσωπικότητα και προοπτική αντί για κόμμα. Μια ομάδα που ενδιαφέρεται για τα κοινά αλλά έχει βαρεθεί το επαναλαμβανόμενο μοτίβο της τηλεοπτικής κόντρας μεταξύ κομματικών αντιπροσώπων. Είναι η ίδια ομάδα που το έχει ...γυρίσει στο διαδίκτυο για την ενημέρωσή της και αποτελείται από νέους κάθε ηλικίας (!) που είναι ανήσυχοι, αναζητούν και τελικά βρίσκουν εναλλακτικούς τρόπους να ενημερωθούν και να εκφραστούν. Όλοι αυτοί έμαθαν στο facebook, το twitter, στα blogs και τα διαδικτυακά site ποιοί είναι οι Καμίνης και Μπουτάρης. Μπορεί να είναι λιγότεροι από τους δημάρχους της αποχής και του τίποτα, αλλά εκφράζουν για πρώτη φορά σε μια κορυφαία δημοκρατική διαδικασία την ύπαρξή τους μαζικά. Να σημειωθεί βέβαια ότι εξέλεξαν τον Καμίνη και το Μπουτάρη πλάι στους παραδοσιακούς ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ. Στις δημοτικές του 2006 στη Θεσσαλονίκη για παράδειγμα, Μπουτάρης και Αράπογλου αλληλοεξοντώθηκαν, καθώς οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ προτίμησαν την Αράπογλου έναντι του ανεξάρτητου Μπουτάρη. Η αλλαγή όμως ήρθε και στις δύο πόλεις ‘κάστρα’ της ΝΔ, λόγω αυτής ακριβώς της μερίδας ψηφοφόρων.
Από την άλλη η αποχή ήταν αναμενόμενη και κακώς προσπαθούν να την αξιοποιήσουν πολιτικά οι κομματικοί ηγέτες. Από τις αρχές τις τελευταίας δεκαετίας η συμμετοχή είναι φθίνουσα και ήταν αναμενόμενο να φτάσουμε σε τέτοια νούμερα. Δεν είναι λοιπόν δέιγμα απογοήτευσης από το πολιτικό σύστημα η αποχή στις συγκεκριμένες εκλογές. Όσοι ήταν απογοητευμένοι μπορούσαν να ψηφίσουν άκυρο ή λευκό. Μόνο ένα τεράστιο ποσοστό στο λευκό και το άκυρο θα αποτελούσε σοβαρό πολιτικό μήνυμα, άσχετα αν οι ψήφοι θα προσμετρώνταν υπέρ του πρώτου, όπως συμβάινει και με την αποχή. Ίσως θα έπρεπε να έχουν και αυτό στο νου τους όσοι δηλώνουν εμφατικά ότι η αποχή είναι πολιτική στάση. Είναι λες και είσαι κατηγορούμενος σε ένα δικαστήριο και δεν πας να υπερασπιστείς τον εαυτό σου επειδή διαφωνείς με τις κατηγορίες... Αν η αποχή είναι πολιτική στάση, το μόνο που αποτελεί, είναι μομφή προς τη δημοκρατία και δείχνει ότι οι συγκεκριμένοι ψηφοφόροι θα ήταν ίσως ευχαριστημένοι και με κάποιο άλλο πολιτικό σύστημα.
Επειδή είναι λίγο απίθανο το τελευταίο να ισχύει, η αποχή μεταφράζεται ώς αδιαφορία και αποδοχή σε ρόλους που διασταυρώνονται. Σημαίνει πολύ απλά ότι οι πολίτες έχουν συμβιβαστεί με τα προβλήματά ως έχουν και δε νιώθουν κάποια ανάγκη να τα αλλάξουν. Ίσως μάλιστα οι πολίτες να έχουν αποδεχθεί την συνυπαιτιότητά τους στην πολιτική και οικονομική κατάντια της χώρας και δε νιώθουν ότι πρέπει να τιμωρήσουν κάποιο με ‘αντιμνημονιακή’ ψήφο, αδαιαφορώντας ταυτόχρονα για τον αυτοδιοικητικό χαρακτήρα των εκλογών. Τέλος, η αποχή εξηγείται σε ένα βαθμό και από την απολιτίκ μαζική κουλτούρα που επικρατεί. Ως εκτούτου είναι λογικό η αποχή να αυξάνεται όσο πιο πολύ απομακρυνόμαστε από τις πολύ πιο έντονα πολιτικοποιημένες προηγούμενες δεκαετίες.
Οπότε, η αποχή δεν είναι το «κάτι νέο» των εκλογών. Η συνάντηση των μέχρι πρόσφατα μονίμως αναποφάσιστων, πολιτικοποιημένων και μη κομματικοποιημένων, ορθολογικών και προοδευτικών πολιτών στις υποψηφιότητες των Καμίνη και Μπουτάρη όμως είναι κάτι νέο. Ίσως μάλιστα σηματοδοτεί την απαρχή μιας νέας πολιτικής κουλτούρας, ορθολογικής, όχι αναγκαία ιδεολογικής, αλλά σίγουρα υπερκομματικής. Μένει βέβαια να δούμε και τους νέους Δημάρχους και στην πράξη. Σίγουρα η παρούσα περίοδος δε προσφαίρεται οικονομικά για επενδύσεις και δραματικές αλλαγές. Απομένει πέρα και πάνω από όλα τα υπόλοιπα και εμείς να βάλουμε το χέρι μας. Να γίνουμε κάθε ένας ξεχωριστά ο δήμαρχος που θέλουμε. Να σεβόμαστε την πόλη και τους συμπολίτες μας, άρα τον εαυτό μας. Να περάσουμε δηλαδή από την ατομικότητα και υπεροχή του εγώ στο σεβασμό και την αίσθηση συλλογικής ευθύνης.
Στο περιθώριο...
-          Να σημειωθεί ότι η νέα «Δημοκρατική Αριστερά» επιβραβεύτηκε για την έμφαση που έδωσε εξαρχής στον αυτοδοιηκητικό χαρακτήρα των εκλογών με τη στήριξη-εκλογή του Καμίνη.
-          Η Ντόρα Μπακογιάννη έδειξε ότι έχει κοινό στη Θεσσαλονίκη, επηρεάζοντας σίγουρα το αποτέλεσμα με τη στήριξή της στο Μπουτάρη παίρνοντας ψήφους που παλιά πήγαιναν αναμφισβήτητα στη Νέα Δημοκρατία.
-          Η διαμάχη Μπουτάρη-Άνθιμου, όχι μόνο απέδειξε ότι δε μπορεί ένας εκκλησιαστικός ηγέτης να καθορίζει την πολιτική ζωή μιας πόλης, αλλά ο μητροπολίτης...πήρε στο λαιμό του και το Γκιουλέκα στον οποίο έμμεσα παρείχε στήριξη. Ο τελευταίος σίγουρα καρπώθηκε σε ένα βαθμό και τη φθορά του Παπαγεωργόπουλου.
-          Γεγονός τεράστιας σημασίας η σύγκλιση δυνάμεων από την κεντροδεξιά της Ντόρας, μέχρι την Αριστερά του Ψαριανού στο πρόσωπο των δύο υποψηφίων. Απόδειξη ότι κάποιες προσωπικότητες δύνανται να συσπειρώνουν πολύ διαφορετικούς χώρους, με όχημα τον πραγματισμό και την πρόοδο.

Η νίκη της «χαμηλής» πολιτικής και μια νέα χαμένη ευκαιρία επανίδρυσης;

Aρχική δημοσίευση: www.enallaxnews.gr 10/11/2010


Η έννοια ‘επανίδρυση του κράτους’ ήταν το κυρίαρχο μότο στη ρητορική του Κώστα Καραμανλή από το ξεκίνημα της θητείας του. Η πολυπόθητη επανίδρυση που σηματοδοτούσε το τέλος του προβληματικού ελληνικού κράτους και το χτίσιμο του σε νέα βάση φυσικά δεν έγινε ποτέ. Ούτε άλλωστε θα μπορούσε να συμβεί, καθώς στην Ελλάδα οι πολιτικές αλλαγές σπάνια ξεκινούν από την πολιτική ηγεσία. Είτε επιβάλλονται από εξωτερικούς παράγοντες –οδηγίες από την ΕΕ, πακέτο διάσωσης κ.α.-, είτε προέρχονται από τα χαμηλότερα επίπεδα της εσωτερικής πολιτικής.
Με τον όρο «χαμηλή» πολιτική ορίζω την πολιτική που ασκείται στα επίπεδα μεταξύ συνδικαλιστών, κατώτερων στελεχών των κομμάτων, ομάδων συμφερόντων και διάφορων άλλων μικρών και μεγάλων εξουσιών που συνδιαλλέγονται με την πολιτική ηγεσία. Επίσης ως «χαμηλή» πολιτική ορίζω και την ανάγκη της πολιτικής ηγεσίας να αλλάξει τη ρητορική και τον πολιτικό σχεδιασμό της για να τα προσαρμοστεί στις διαρκώς μεταλλασσόμενες εκφάνσεις της κοινής γνώμης, προκειμένου να μη χάσει την εύνοια της, όπως αυτή καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις. Οπότε, η χαμηλή πολιτική έρχεται σε αντίθεση με την αρχική πολιτική βούληση της ηγεσίας να φέρει ριζικές αλλαγές στοχεύοντας στο καλύτερο για την Ελλάδα. Αντίστοιχη είναι και η σχέση μεταξύ της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου, του «βαθέως ΠΑΣΟΚ», των εξωτερικών παραγόντων –ΔΝΤ,ΕΕ- και των εντόπιων συμφερόντων και εξουσιών –μεγαλοεπιχειρηματίες, εκκλησία κ.ο.κ.-
Θα σκεφτεί πολύ λογικά κανείς ότι τόσα χρόνια στην Ελλάδα, όπως και στις περισσότερες χώρες φυσικά, έτσι διαμορφώνεται η πολιτική. Η χαώδης διαφορά όμως της Ελλάδας μετά τις εκλογές του 2009 με τις υπόλοιπες περιπτώσεις έγκειται σε τρεις πολύ σημαντικούς παράγοντες. Πρώτα, την περιορισμένη σχέση που εμφάνιζε να έχει ο Γιώργος Παπανδρέου με τα εσωτερικά «κέντρα εξουσίας», είτε αυτά ήταν τα ΜΜΕ, είτε η εκκλησία, είτε το ...«βαθύ ΠΑΣΟΚ». Δεν είχε άδικο άλλωστε όταν έλεγε πριν τις Ευρωεκλογές πέρσι το καλοκαίρι ότι ... «δε χρωστάω σε κανέναν». Όλα αυτά βέβαια σε σύγκριση με τις προηγούμενες ηγεσίες. Άλλωστε και ο Παπανδρέου δε προήλθε από... παρθενογέννεση. Ο βαθμός απεξάρτησής του όμως από αυτά τα μέσα ήταν τουλάχιστον στο ξεκίνημα της θητείας του αξιοσημείωτος. Με αυτή την προϋπόθεση ο πρωθυπουργός είχε τη δυνατότητα να χαράξει μια πολιτική μεγάλων αλλαγών και εκσυγχρονισμού στα όρια της επανίδρυσης. Όπως και φαινόταν ότι θα έκανε με τη συνδρομή του «αναγκαίου κακού» που ακούει στο όνομα πακέτο διάσωσης, αλλά και της στήριξης που απολάμβανε από το εξωτερικό.
Συγκεκριμένα, ο Έλληνας πρωθυπουργός, όσο υστερεί ρητορικά ...εντός των πυλών, τόσο κερδίζει τις εντυπώσεις σε κάθε περίπτωση που επιτελεί τα καθήκοντά του στο εξωτερικό. Είναι πάρα πολλά τα δημοσιεύματα των κορυφαίων μέσων ενημέρωσης παγκοσμίως που αναφέρονται στο κοσμοπολίτικο και ψύχραιμο προφίλ του Έλληνα πρωθυπουργού, σε αντίθεση με το λαϊκίστικο πολλών από τους ομολόγους του. Πέρα από ...τα ευχολόγια των διεθνών μέσων όμως, ο Παπανδρέου τυγχάνει και της απεριόριστης εκτίμησης των ηγετών κορυφαίων κρατών και οργανισμών. Με τη στήριξη αυτή, την περιορισμένη σχέση του με τα κατεστημένα κέντρα εξουσίας, αλλά φυσικά και με την πίεση του μνημονίου για άμεσες και ριζικές αλλαγές, ο Παπανδρέου είχε την ιστορική ευκαρία να ξεριζώσει όλες τις κατεστημένες εξουσίες στην Ελλάδα και να τις αντικαταστήσει με νέους θεσμούς αξιοκρατικούς, φιλελεύθερους και παραγωγικούς, περιορίζοντας σε μεγάλο βαθμό και τη μάστιγα της διαφθοράς.
Δε χρειάζεται να πάει κανείς μακριά για να βρει παραδείγματα που το πέτυχαν. Η Τουρκία είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα χώρας που ...χόρεψε ταγκό με το ΔΝΤ και στο τέλος καταχειροκροτήθηκε για τις δραστικές αλλαγές που πέτυχε.
Τί εμποδίζει όμως την Ελλάδα να περπατήσει στον ίδιο δρόμο; Πέρα από τις αξιοσημείωτες προσπάθειες μεταρρύθμισης, μετά από ένα χρόνο πολιτικής ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ, ορισμένα πολύ σημαντικά ολισθήματα φανερώνουν το αδύνατο της επανίδρυσης στην Ελλάδα. Στον πόλεμο με τις κατεστημένες εξουσίες στην Ελλάδα ο Γιώργος Παπανδρέου χάνει τη μία μετά την άλλη όλες τις μάχες.
Ας πάμε πρώτα στη ‘μάχη’ με την εκκλησία. Πολύ ορθά ο Έλληνας πρωθυπουργος επιχείρησε να επιβάλλει κάποιους φόρους σχετικά για τις δωρεές και την περιουσία της. Αν και αρχικά η κυβέρνηση έδειχνε αλώβητη απ’τον ιερό πόλεμο που ξεκίνησαν οι ιεράρχες εναντίον της, λίγο καιρό αργότερα πέρασε ...στα ψιλά ότι οι φόροι που τελικά επιβλήθηκαν στην εκκλησία περιορίστηκαν σε αστεία επίπεδα τύπου 0,5%. Απ’τη στιγμή που η κυβέρνηση δε μπορεί να επιβάλλει ένα απλό μέτρο εκσυγχρονισμού και εκκοσμίκευσης του κράτους, μόνο απαισιόδοξος μπορεί να είναι κάποιος για τη γενικότερη προσπάθεια.
Στη μάχη με τη γάγγραινα της φοροδιαφυγής που είναι από τους κορυφαίους παράγοντες που οδήγησαν την Ελλάδα σε οικονομικό τέλμα, ο Παπανδρέου όχι μόνο δεν εμφανίστηκε, αλλά άνοιξε με την περίφημη περάιωση το δρόμο για να συνεχίσουν να παρελαύνουν όλοι όσοι τόσα χρόνια φοροδιαφέυγουν. Είναι σεβαστή η εισπρακτική ανάγκη του κράτους την περίοδο αυτή, όμως η ατιμωρησία διαιωνίζει το πρόβλημα. Άλλωστε ξέρει και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός ότι οι μακροπρόθεσμες αλλαγές είναι που μπορούν να φέρουν ουσιαστική αλλαγή. Όμως στη μάχη με τους ισχυρούς αποδείχθηκε αδύναμος. Μάλιστα η περαίωση των μεγαλύτερων οικονομικά στρωμάτων, αναφέρεται τελείως αόριστα στις λεπτομέρειες της ρύθμισης ότι θα καθοριστεί μελλοντικά, εμφανίζοντας και πάλι την αδυναμία της κυβέρνησης να τιθασεύσει τους πιό ισχυρούς.
Στη μάχη με το λεγόμενο «βαθύ ΠΑΣΟΚ» και πάλι ο Γιώργος έχασε. Ξεκίνησε τη διακυβέρνηση της Ελλάδας με ένα αξιοζήλευτο για άλλα κράτη μικρό και ευέλικτο κυβερνητικό σχήμα αποτελούμενο από τεχνοκράτες, ουσιαστικούς πολιτικούς. Ο Γιώργος Παπανδρέου όμως στον τελευταίο του ανασχηματισμό συμπεριέλαβε ...τη μισή του κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση υπακούοντας στη δίψα των κορυφαίων εκφραστών του ...βαθέως ΠΑΣΟΚ για εξουσία. Βέβαια, επρόκειτο για μια μαεστρική κίνηση στο επίπεδο της μικροπολιτικής στο εσωτερικό του κόμματος που επέφερε (;) την ηρεμία, όπως πολύ σωστά έγραψε και το κορυφαίο περιοδικό «The Economist». Το ζητούμενο όμως είναι η πρόοδος και ο εκσυγχρονισμός ακόμα και στο εσωτερικό των κομμάτων τα οποία μπορεί να εξασφαλίσουν και τη ...θρυλούμενη διαφάνεια. Η συγκεκριμένη κίνηση όμως μόνο οπισθοδρόμηση επέδειξε.
Τέλος, με τις παρούσες εκλογές ο Έλληνας πρωθυπουργός έχασε άλλο ένα τρένο με προορισμό τον πολιτικό εκσυγχρονισμό. Αν και έπρεπε να τονίσει τον αυτοδιοικητικό χαρακτήρα των εκλογών και το ειδικό του βάρος ειδικά για τις μεγάλες πόλεις-περιφέρειες, ο Παπανδρέου υπερπολιτικοποίησε τη μάχη αυτή και απείλησε με εθνικές εκλογές υπακούοντας τυφλά τις οδηγίες ...των δημοσκοπήσεων και των μέσων ενημέρωσης που εμφάνισαν το ΠΑΣΟΚ απειλούμενο από την κοινή γνώμη. Το ανούσιο της πράξεως φαίνεται να συνειδητοποίησε και ο πρωθυπουργός μετά την πρώτη Κυριακή που απέσυρε κακήν κακώς την άκαιρη απειλή.
Κλείνοντας, πρέπει να επισημανθεί ότι το εγχείρημα του μακροπρόθεσμου εκσυγχρονισμού μόνο εύκολο δεν είναι. Σίγουρα κάποιος που θέλει να μετρηθεί με τα αμέτρητα ελληνικά προβλήματα πρέπει να ρίχνει διαρκώς νερό στο κρασί του. Τα πρώτα δείγματα όμως δείχνουν ότι πάει να γίνει πλέον το κρασί νερό. Με δεδομένη τη θέληση του Γιώργου Παπανδρέου να μείνει στην ιστορία εκτός από πρωθυπουργός του μνημονίου και ως πρωθυπουργός του εκσυγχρονισμού, ας ελπίσουμε ότι ο ίδιος θα διαψεύσει όλους αυτούς τους προβληματισμούς. Άλλωστε έχει πολύ χρόνο ακόμα.

Το κόστος της αποχής από τις εκλογές

Αρχική δημοσίευση: www.enallaxnews.gr 06/11/2010


Λαμβάνοντας υπόψιν τα μεγάλα ποσοστά αποχής σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις της τελευταίας δεκαετίας –στις δημοτικές εκλογές του 2006 φτάσαμε σε επίπεδα μέχρι και 50%-, αλλά και την αυξανόμενη δυσαρέσκεια ενός πολύ μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης με το πολιτικό σύστημα και ορισμένους εκφραστές του, ένα παράδοξο εμφανίζεται.
Όταν η δυσαρέσκεια αυτή μεταφράζεται σε αδιαφορία για την πολιτική και οδηγεί τελικά σε αποχή στις εκλογικές αναμετρήσεις, είναι ικανή να εξασφαλίσει σε κάποιον υποψήφιο το χρίσμα είτε του δήμαρχου είτε του περιφερειάρχη. Το παράδοξο αυτό εξηγείται με πολύ απλά μαθηματικά. Ας λάβουμε υπόψιν τα αποτελέσματα στις εκλογές του 2006 στο Δήμο Θεσσαλονίκης. 245.546 ήταν οι εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι. 177.526 είναι ο αριθμός των ψηφισάντων, με το ποσοστό αποχής στον Α γύρο να ανέρχεται στο 27,70% που είναι μάλιστα σχετικά μικρό σε σχέση με άλλες περιοχές.  Οι 68,319 που ψήφισαν τον μετέπειτα νικητή Βασίλη Παπαγεωργόπουλο του έδωσαν 41,4%. Σε περίπτωση που το 100% των εγγεγραμμένων ψήφιζαν, το ποσοστό του Παπαγεωργόπουλου θα ανερχόταν σε 29,93%. Η πράξη που παράγει αυτό το αποτέλεσμα είναι η εξής: 41,4/(100/72,3)*. Οπότε παρατηρεί κανείς ότι η αποχή έδωσε στον Παπαγεωργόπουλο περίπου 11,5%, ενώ χρησιμοποιώντας κανείς τον ίδιο τύπο για τους υπόλοιπους υποψήφιους βρίσκει ότι η αποχή τους έδωσε πολύ μικρότερα ποσοστά.  Ίδια αποτελέσματα με την αποχή έχει και το ‘άκυρο’ ή το ‘λευκό.’ Μπορεί μάλιστα να φανταστεί κανείς το προβάδισμα που δίνει η αποχή στους πολυάριθμους δήμους και τις νομαρχίες που η αποχή φτάνει σε επίπεδα 50%.
Με αυτά τα δεδομένα αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο μεγάλος αριθμός των πολιτών που δηλώνουν δυσαρεστημένοι με την πολιτική ηγεσία, οφείλουν να διαλέξουν πολύ προσεκτικά τον υποψήφιο που τους εκφράζει και να του δώσουν άυριο την ψήφο τους.

Η αλαζονεία μιας εξουσίας.

Αρχική δημοσίευση: www.enallaxnews.gr 05/11/2010

Η περιβόητη πλέον, απειλή του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Άνθιμου προς τον υποψήφιο δήμαρχο της πόλης Γιάννη Μπουτάρη, ότι όσο ζει δε θα τον αφήσει να ...δει δημαρχία, έχει ανοίξει και πάλι τους ασκούς του αιόλου σχετικά με τα όρια συμμετοχής της εκκλησίας στην πολιτική. Έτσι, η δήλωση αυτή δεν έχει ειδικό βάρος μόνο καθεαυτή, αλλά και ως συνέχεια άλλων περιστατικών εμπλοκής της εκκλησίας στην πολιτική ζωή της χώρας.
Είναι αλήθεια βέβαια ότι και ο Μπουτάρης χρησιμοποίησε προκλητικό χαρακτηρισμό για το μητροπολίτη, αποκαλώντας τον ...«Μουτζαχεντίν». Η διαφορά όμως μεταξύ των δύο τοποθετήσεων έχει να κάνει με το θεσμό που εκπροσωπεί ο καθένας. Ο Μπουτάρης από τη μια έχει το δικαίωμα σαν πολιτικός και πιο συγκεκριμένα ως υποψήφιος δήμαρχος να χαρακτηρίζει τον καθένα όπως επιθυμεί. Είναι πολιτικό του δικαίωμα η επιλογή να εναντιωθεί ακόμα και με άκομψο τρόπο προς την εκκλησία, σε περίπτωση που αυτός πιστεύει ότι με αυτό τον τρόπο μπορεί να συσπειρώσει τους ουκ ολίγους δυσαρεστημένους με τα έργα και τις ημέρες ορισμένων εκπροσώπων της εκκλησίας. Οι ...λόγοι και τα έργα του, μπορούν να αξιολογηθούν μόνο πολιτικά, όπως και θα γίνει σύντομα, με τη δημοκρατικότερη μάλιστα μέθοδο, την ψηφοφορία.
Η ειδοποιός διαφορά, έγκειται στο ότι ο Άνθιμος, ως θεσμικός αντιπρόσωπος της αυτοκέφαλης ελληνικής εκκλησίας, είναι κατ’επέκταση και αντιπρόσωπος του ελληνικού κράτους, όσο τουλάχιστον η εκκλησία δεν έχει ακόμα διαχωριστεί από το κράτος στο ελληνικό Σύνταγμα. Απ’τη στιγμή όμως που η παραμονή του Άνθιμου στη θέση του δεν εξαρτάται απ’ την ψήφο των πολιτών, αλλά απ’ τη...μακροζωία του, αντιλαμβάνεται κανείς ότι η απειλή που εξέφρασε ο Άνθιμος, όχι μόνο στερείται κάθε δημοκρατικής υπόστασης, αλλά μάλιστα ο μητροπολίτης προκαλεί έντονα με τον θρασύτατο τρόπο που διαχειρίζεται την εξουσία που το κράτος εμμέσως του έχει παραχωρήσει. Οφείλει μάλιστα ο Πρωθυπουργός, όχι μόνο να αγνοήσει την ...εντολή που του έδωσε ο μητροπολίτης να νουθετήσει τον υποψήφιο του κόμματός του, αλλά να καταδικάσει την προκλητική δήλωση του πρώτου. Διαφορετικά μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι το πολίτευμα στην Ελλάδα μετά από τέτοια περιστατικά θυμίζει έντονα...θεοκρατία.
Όπως σημειώθηκε παραπάνω, η δήλωση αυτή του μητροπολίτη δε πρέπει να εκτιμηθεί αποσπασματικά. Είναι πολλά πλέον τα κρούσματα που ο ίδιος, όπως και πολλοί άλλοι εκπρόσωποι της εκκλησίας, κάνουν κατάχρηση του δικαιώματος τους να τοποθετούνται επί της πολιτικής. Ενώ ο ρόλος τους είναι ποιμενικός, μερικοί έχουν σαν πρώτη προτεραιότητα να εμπλέκονται στην πολιτική ζωή της χώρας από τον ισόβιο και μή αιρετό χώρο του ιερού άμβωνα. Μάλιστα, οι πολιτικές τους παρεμβάσεις, δε γίνονται από μια ανεξάρτητη αφετηρία, αλλά έχουν τις περισσότερες φορές έντονες ιδεολογικές αποχρώσεις. Απ’ότι φάινεται, πολλοί απο αυτούς, δεν εκτιμούν ορθά το παράδειγμα του νέου Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου, ο οποίος έχει τύχει της ευρύτατης αποδοχής και συμπάθειας σχεδόν όλης της κοινωνίας, ακριβώς επειδή αποφεύγει να εμπλακεί με την πολιτική ζωή της χώρας.
Το κύρος της εκκλησίας στην Ελλάδα όμως δε πλήττεται μόνο απ’τις δηλώσεις αυτές. Μετά την υπόθεση του Βατοπεδίου, άσχετα ποια θα είναι η τελική της έκβαση, μεγάλο μέρος της κοινωνίας δυσαρεστήθηκε, ενώ και ο τρόπος που χειρίστηκε το ζήτημα της φορολόγησής της, περαιτέρω υποβάθμισε την αξία της στη συνείδηση της κοινωνίας. Σε μια περίοδο που οι Έλληνες δεινοπαθούν οικονομικά, η εκκλησία όχι μόνο απέφυγε να στηρίξει το ...ποίμνιό της, αλλά κίνησε γη και ουρανό για να αποφύγει τη φορολόγησή της. Η τεράστια εξουσία της μάλιστα αποδεικνύεται απ’το γεγονός ότι η κυβέρνηση, υπέκυψε και μέιωσε στο ελάχιστο τους φορολογικούς συντελεστές. Απ’τη στιγμή που η πολιτική εξουσία αποδεικνύεται αδύναμη να επιβληθεί της θρησκευτικής, απομένει να μάθουμε αν και το ποίμνιο εξακολουθεί να ακολουθεί τυφλά τις επιταγές του ποιμένα του και ένας μητροπολίτης αποδειχθεί τελικά αρκετά δυνατός ώστε να...ανεβοκατεβάζει δημάρχους και να συνεχίζει να επηρεάζει την πολιτκή ζωή της χώρας.