Friday, 11 January 2013

Νέο κοινωνικό συμβόλαιο ή μια πραγματικά ψευδεπίγραφη δημοκρατία;

Aρχική δημοσίευση: www.enallaxnews.gr 20/07/2011


«...Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι υπάρχει ένα αίτημα κοινωνικής συνύπαρξης με νέους όρους, ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.» Στη συνέντευξη του στο περιοδικό «lifo», ο λέκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών Παναγής Παναγιωτόπουλος θέτει το κορυφαίο πολιτικό και κοινωνικό διακύβευμα της σημερινής εποχής στην Ελλάδα.

Καθόλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, το πελατειακό κράτος ή αλλιώς κράτος «μπαμπάς» έχτιζε για τον ελληνικό λαό στην άμμο παλάτια, τα οποία εδώ και ενάμιση χρόνο ήρθε ...ο βοριάς και τα έκανε συντρίμμια, κομμάτια. Με όλες τις παροχές και όλες τις διευκολύνσεις είχαμε «συνυπογράψει» ένα φάλτσο αλλά υπαρκτό κοινωνικό συμβόλαιο που εκφραζόταν τα τελευταια 35 χρόνια μέσω της μεγάλης συμμετοχής στις εθνικές εκλογές, του δικομματισμού και της σταθερής θητείας των εναλλασόμενων κυβερνήσεων. Σήμερα όμως, η κρίση έχει διαλύσει όλες τις δομές και όλους τους συνεκτικούς ιστούς που αυτό το συμβόλαιο γέννησε. Το κράτος σταματάει να παρέχει και στον αντίποδα τα παιδιά του, εμείς, έχουμε μείνει χωρίς ελπίδα για το μέλλον και πολύ περισσότερο χωρίς κάτι να πιστέψουμε.

Η εξέλιξη αυτή οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε ένα συγκεκριμένο γεγονός. Την πολύ μεγάλη αποχή στις επόμενες εθνικές εκλογές και όσα αυτή συνεπάγεται. Η απογοήτευση των Ελλήνων μέχρι στιγμής δεν έχει εκφραστεί δημιουργικά ή οργανωμένα. Ούτε οργανωμένη διαμαρτυρία με συγκεκριμένα συλλογικά αιτήματα αλλαγής έχει υπάρξει, ούτε γέννεση κάποιου πολιτικού ή κοινωνικού φορέα με λαοφιλή εναλλακτική πρόταση. Είτε σπασμωδικά, είτε σιωπηρά εκφράζεται η απογοήτευση. Είτε με εκδηλώσεις αγανάκτησης, είτε με αδιαφορία και σιωπή. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να απέχουν οι ψηφοφόροι από τις επόμενες εκλογές. Οι ψηφοφόροι στην Ελλάδα έχουν αποδείξει στις Ευρωεκλογές και τις αυτοδιοικητικές εκλογές ότι εκφράζουν την απογοήτευσή τους μέσω της αποχής. Απ’ τη στιγμή που τα κόμματα εξουσίας δε μπορούν πια να απευθυνθούν και να πείσουν τους ψηφοφόρους με ρητορική και όρους του παλιού κοινωνικού συμβολαίου (δε μπορούν να συνεχίσουν τις παροχές και τις «εξυπηρετήσεις»), πέραν των φανατικών ψηφοφόρων τους, δε θα στηριχθούν από κανέναν στις εκλογές. Τα υπόλοιπα κόμματα επίσης δε φαίνεται να κερδίζουν από τις απώλειες των δύο μεγάλων. Με λίγα λόγια η πασιφανής απαξίωση και καταδίκη του πολιτικού συστήματος θα εκφραστεί μέσω της αποχής.

Πέρα από ένα μήνυμα που αυτή η αποχή θα δώσει στον πολιτικό κόσμο, θα έχει επί της ουσίας πολύ αρνητικά αποτελέσματα. Καταρχήν, θα έχουμε μια μη νομιμοποιημένη κυβέρνηση που δε θα μπορεί να πάρει με σιγουριά κάποιες αποφάσεις. Απ’τη στιγμή που αποφασίζουμε ότι θα πορευτούμε δημοκρατικά και δεν έχουμε στα χέρια μας άλλη βιώσιμη-εφαρμόσιμη λύση, αυτό είναι κακό και φυσικά χειρότερο απ’το να δρα μια κυβέρνηση στο όνομα μιας πλειοψηφίας. Δευτερο πολύ αρνητικό είναι ότι θα έχουμε ένα κοινοβούλιο που θα αντιπροσωπεύει τους πολύ φανατικούς κομματόφιλους. Αυτούς δηλαδή που θα ψηφίσουν στις επόμενες εκλογές. Ένα χάρισμα των μη φανατικών είναι οτι είναι μετριοπαθείς και έχουν την τάση να δίνουν την ψήφο τους σε κόμματα που εκφράζουν τουλάχιστον κάποιες θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές. Η απουσία τους στις εκλογές, με μαθηματικό τρόπο, όπως έκανε και στις τελευταίες αυτοδιοικητικές εκλογές, θα ενισχύσει τα ποσοστά πολιτικών χώρων που πέραν της συμμετοχής τους στις εκλογές, αρέσκονται σε πολλές μη δημοκρατικές πολτικές πρακτικές.

Το ότι έχουμε προβληματικό πολιτικό σύστημα είναι σαφές. Αυτό που δεν αντιλαμβάνονται οι περισσότεροι είναι ότι μπορεί να γίνει και χειρότερο. Οπότε, τώρα είναι πιο απαραίτητο από ποτέ ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Μία νέα συμμαχία μεταξύ κοινωνίας και κράτους στο όνομα μιας νέας αξίας. Εκεί που πέθανε η αξία της «πελατείας» είναι χρυσή ευκαιρία να δημιουργηθεί μια συμμαχία με νέους και πολύ πιο ουσιαστικούς όρους. Πολιτικός φορέας που μπορεί να το πετύχει δυστυχώς δεν υπάρχει αυτή την περίοδο. Ο κόσμος όμως φαίνεται να ζητά, συλλογικά πλεόν, διαφάνεια. Συλλογικά, δε μπορεί να ζητήσει τίποτα άλλο επί του παρόντος. Ούτε τρόπο ανάκαμψης, ούτε πολιτική ιδεολογία. Τώρα που δε μπορεί να εξυπηρετηθεί απ’το σύστημα, έστω και αργά, ζητά ειλικρίνεια. Κινήσεις όπως του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Ηλία Μόσιαλου να παραιτηθούν πολλών οικονομικών προνομίων τους (στα πλαίσια του βουλευτικού τους αξιώματος) είναι μια εξαιρετική αρχή. Ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση εξουσίας δεν υπάρχει περίπτωση να εμφανιστεί εκ του μηδενός. Το νέο κοινωνικό συμβόλαιο θα χτιστεί σιγά σιγά. Το θέμα είναι να γίνει μια αρχή. Υπάρχει ένα πολύ μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, μετριοπαθές και ψύχραιμο, έτοιμο να βάλει νεόυς όρους στη συμβίωση του με το κράτος. Αρκεί να γίνει η αρχή.

Η υπερίσχυση του «πως» έναντι του «τι»: Το μαγικό ραβδάκι της πειθούς

Aρχική δημοσίευση: www.enallaxnews.gr 24/06/2011


Οι Έλληνες είμαστε στην πλειοψηφία μας πολιτικά ευαισθητοποιημένοι. Κυρίαρχο στοιχείο της ενασχόλησής μας με τα κοινά είναι η αμφισβήτηση, δηλαδή ένας τύπος «ζυγιάσματος» απέναντι σε ότι προέρχεται από το χώρο της πολιτικής. Παρατηρούμε τα γεγονότα και σχηματίζουμε άποψη με βάση τις υποψίες που γεννιούνται μέσα μας, με τα συναισθήματά μας να παίζουν κυρίαρχο ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. Η υποψία και η κριτική διάθεση είναι σίγουρα υγιή και θεμιτά χαρακτηριστικά, καθώς βοηθούν τον πολίτη να ξεχωρίζει την ουσία από λόγια και πράξεις που επιχειρούν να την αποπροσανατολίσουν ή και να την κατευθύνουν.

Η «υγεία» όμως αυτή προϋποθέτει ότι η λογική και η ουσία των γεγονότων πρέπει απλά να φιλτράρονται και όχι να αντικαθίστανται από την υποψία και το συναίσθημα. Στην Ελλάδα η χημεία αυτή ποτέ δε λειτούργησε. Ειδικά από την αρχή της κρίσης και μετά. Οι Έλληνες πάντα σχηματίζαμε άποψη με βάση την υποψία και το συναίσθημά μας με τις ψύχραιμες και λογικές φωνές να ακούγονται σαν παραφωνίες. Με αυτό τον τρόπο νομίζαμε πάντα ότι κανεις δε μπορεί να μας κοροϊδέψει και πάντα διαλέγαμε ηγέτες που διέλυαν με πύρινους λόγους τις υποψίες, μιλούσαν στην καρδιά μας, όχι όμως και στη λογική μας. Φυσικά, όσοι βρίσκονταν με τα ηνία της χώρας στα χέρια τους, ήξεραν πως κερδίζεται το παιχνίδι της εξουσίας. Ηγέτες όπως ο Καραμανλής (αμφότεροι ο πρεσβύτερος και ο νεότερος) και ο Ανδρέας Παπανδρέου, μιλούσαν κατα βάση στην καρδιά του λαού και ήταν ιδιαίτερα αγαπητοί εξαιτίας αυτού του χαρακτηριστικού. Ηγέτες όπως ο Μητσοτάκης, ο Σημίτης και ο Γιώργος Α. Παπανδρέου δεν έτυχαν ποτέ ευρείας αποδοχής γιατί παρά τα όσα λάθη τους έβαζαν μπροστά πάντα τη λογική και την ψυχραιμία.

Τον τελευταίο χρόνο και ειδικά υπό την πίεση της κρίσης η συναισθηματική αυτή σχέση λαού-εξουσίας έχει εντατικοποιηθεί ιδιαίτερα. Η λειτουργία της σκέψης με βάση την υποψία και τα συναισθήματα του κόσμου χτυπάνε κόκκινο. Αυτό είναι απόλυτα φυσικό λόγω της ολοένα και δυσκολότερης καθημερινότητας που οι περισσότεροι Έλληνες περνούν. Είναι δύσκολο για τους πολίτες να αποδεχθούνε την πραγματικότητα όπως έχει εξελιχθεί και παρασύρονται από οποιονδήποτε μπορεί να τους ανακουφίσει με τα λόγια του. Ο κόσμος άγεται και φέρεται αυτή την περίοδο από δημαγωγούς που παίζουν με τους παραδοσιακούς όρους του παιχνιδιού ηγεσίας-λαού. Λένε είτε ψέματα είτε μισές αλήθειες με σκοπό να γίνουν αρεστοί. Κανένα σχέδιο απο αυτά που έχουν προταθεί από αυτούς δε θα μπορούσε να έχει την οποιαδήποτε βιωσιμότητα σε βάθος χρόνου.

Το πρόβλημα όμως εντείνεται ιδιαιτέρως από την ανικανότητα του Γιώργου Παπανδρέου να πείσει τον κόσμο για το σχέδιο που ακολουθεί και πολύ περισσότερο να τον ενημερώσει με ξεκάθαρα λόγια για τον κίνδυνο που διατρέχουμε αμα βρεθούμε εκτός μνημονίου. Είναι πασιφανές άλλωστε ότι δε διαθέτει ηγετικές ικανότητες. Είναι λίγος ο κόσμος που παρακολουθεί το ΤΙ λέει απογυμνωμένο απ’ το ΠΩΣ το λέει. Όσοι παρακολουθούν με ψυχραιμία τα λεγόμενα του μπορούν να καταλάβουν ότι ακολουθείται ένα σχέδιο, το οποίο ασχέτως αποτελέσματος και παρόλες τις ατέλειες, τα λάθη και τυχόν συμφέροντα, επιχειρεί να μας βγάλει με τη βοήθεια των παραδοσιακών μας συμμάχων από την κρίση. Παρόλα αυτά, το μνημόνιο έχει αποτυπωθεί στη συνείδηση του μεγαλύτερου μέρους της κοινωνίας ως κάτι κακό και αυτό οδηγεί τον κόσμο σε αυτούς που το αρνούνται με ριζοσπαστικά εντυπωσιακά λόγια.

Σε αυτή την ατυχή συγκυρία μπορεί να αποδειχθεί κλειδί η τοποθέτηση του Βενιζέλου στη θέση του υπουργού οικονομικών. Ο Βενιζέλος διαθέτει ένα έντονα ηγετικό προφίλ το οποίο έχει αρχίσει από τις πρώτες μέρες να αποδίδει καρπούς. Με τη δύναμη της πειθούς, άσχετα με την ουσία των όσων λέει, μπορεί να οδηγήσει με τις ομιλίες του τον κόσμο στην κατανόηση του αυτονόητου. Ότι κοντεύουμε να πνιγούμε και προσπαθούμε να πιαστούμε από το μοναδικό σωσσίβιο που μας πέταξαν. Για πολλούς είναι σίγουρα άδικο αυτό που συμβαίνει και κάποιοι φταίνε περισσότερο. Η λυση του μνημονίου όμως, δεδομένης της κατάστασης, είναι η λιγότερο επίπονη λύση. Κάποιος πρέπει να εξηγήσει στον κοσμο αυτό το πράγμα. Είναι ανήκουστο το να πείθεται ο κόσμος από όλες τις ουτοπικές εναλλακτικές λύσεις που έχουν προταθεί και να μην αντιλαμβάνεται την ανάγκη του μνημονίου, παρόλες τις δυσκολίες και θυσίες που το συνοδεύουν.

Το να πεισθεί όμως ο κόσμος ότι «την πατήσαμε και τώρα κάνουμε ότι μπορούμε για να σωθούμε» μπορεί να οδηγήσει και στο βέλτιστο αποτέλεσμα που θα μπορούσαμε να έχουμε. Την συλλογική περισυλλογή και την αλλαγή της κακής μας νοοτροπίας. Ειδάλλως, με την άρνηση και την αναζήτηση ουτοπικών διεξόδων, το μόνο που καταφέρνουμε είναι να βαλτώνουμε ακόμα περισσότερο

Η σπασμωδική αγανάκτηση και μια ιστορική ευκαιρία

Aρχική δημοσίευση: www.enallaxnews.gr 25/05/2011


Τελικά δε ξέρω τι είναι πιο ντροπιαστικό και πιο αφελές. Το να σε χλευάζουν οι Ισπανοί για την αδράνεια σου και να το παίρνεις κατάκαρδα; Ειδικά απ’τη στιγμή που η μομφή σε καμία περίπτωση δεν ισχύει όταν στην Ελλάδα υπάρχουν ήδη αρκετές κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας; Το να κατεβαίνεις στους δρόμους ως αγανακτισμένος εξαιτίας ενός δημοσιεύματος το οποίο μάλλον είναι ψεύτικο; (Μέχρι και σήμερα δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι οι Ισπανοί φώναζαν μαζικά κάτι τέτοιο.) ΄Η μήπως το να κατεβαίνεις χωρίς ένα συγκεκριμένο και ενιαίο διακύβευμα στο δρόμο; Με μια αφελή αφορμή, αλλά χωρίς μια συγκεκριμένη αιτία;

Θα σταθώ στο τρίτο ερώτημα. Ομάδες πολιτών κατεβαίνουν στους δρόμους και τις κεντρικές πλατείες πολλών πόλεων για να εκδηλώσουν την αγανάκτησή τους. Η κίνηση αυτή έχει λόγο ύπαρξης αποκλειστικά και μόνο ως ένα παροδικό και ανούσιο ξέσπασμα του καθενός που συμμετέχει για τους δικούς του λόγους. Έχει το ίδιο αποτέλεσμα με το να πάει κανείς να παίξει ποδόσφαιρο και να ξεσκάσει ή να εκτονωθεί με οποιονδήποτε τρόπο προτιμά. Ό,τι κερδίζει σε μαζικότητα και αυθορμητισμό αυτή η κίνηση το χάνει σε ουσία. Για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο.

Δεν υπάρχει διακύβευμα. Ο καθένας για τους δικούς του και πολύ προσωπικούς λόγους διαμαρτύρεται. Όλοι μαζί σίγουρα τα έχουν με τους πολιτικούς και τη διαφθορά, αλλά δε ξέρουν τι ακριβώς να ζητήσουν. Είναι απλά μια αντανάκλαση της συγκέντρωσης των Ισπανών. Μαζική, αλλά χωρίς ουσιώδες διακύβευμα. Σε καμία περίπτωση δεν είναι επανάσταση. Δεν γίνεται επι της ουσίας επανάσταση σε μια δημοκρατία. Άσχετα αν αρνούμαστε το μερίδιο ευθύνης μας, εμείς συναποφασίσαμε ποιοι θα κυβερνάνε, δε μας τους επέβαλε κανείς. Άλλωστε, δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη εναλλακτική πρόταση εξουσίας η οποία θα μπορούσε μια επανάσταση να επιβάλει. Ούτε καν εκλογές δε θα ζητήσουν στη συγκέντρωση αυτή.

Το πιο αστείο απο όλα βέβαια είναι ότι επι της ουσίας η πλειοψηφία των πολιτών έχει ένα και συγκεκριμένο πρόβλημα, με το οποίο όμως δεν ασχολείται άμεσα. Απαιτεί έντονη διαμαρτυρία και θα μπορούσε να οδηγήσει στη γέννεση ενός πολιτικού φορέα που θα υποσχεθεί να το αντιμετωπίσει και να κάνει ένα μεγάλο καλό σε όλους μας. Το πρόβλημα είναι ότι η πλειοψηφία των Ελλήνων που δουλέυουν πολλές ώρες και με χαμηλές αποδοχές στον ευρύτερο ιδιωτικό τομέα, πληρώνουν φόρους με τους οποίους η κυβέρνηση διατηρεί ένα τεράστιο αντιπαραγωγικό και ζημιογόνο δημόσιο τομέα, δειλή και φοβισμένη μπροστά στο πολιτικό κόστος που θα προκληθεί αν δε το κάνει. Την ίδια ώρα δηλαδή που η φιλελευθεροποίηση του ελληνικού κράτους και της ελληνικής οικονομίας είναι πιο επιτακτική από ποτέ, το κράτος έχει πολύ ξεκάθαρα επιλέξει την αντίθετη πλευρά. Να προστατεύσει το δημόσιο τομέα εις βάρος των υπόλοιπων μη προνομιούχων ελλήνων και της οποιασδήποτε οικονομικής ανάπτυξης γενικότερα. Βρίσκει τους «απλούς πολίτες» αδύναμους έναντι του συνδικαλιστικά και πολιτικά προστατευμένου δημοσίου και της άτρωτης εκκλησίας και αυτούς ξεζουμίζει πρώτους τώρα που ήρθαν τα δύσκολα. Το δημόσιο εξακολουθεί να είναι αντιπαραγωγικό και η εκκλησιαστική περιουσία μεγάλη και αφορολόγητη, ενώ ο ιδιωτικός τομέας που μπορεί κατ’ αποκλειστικότητα να δημιουργήσει την όποια ανάπτυξη ...πρώτος τω λίθω βαλλέτω.

Ως εκ τούτου, είναι ιστορική ευκαρία συνάξεις απλών πολιτών όπως οι σημερινές να αποκτήσουν ένα συγκεκριμένο διακύβευμα. Το να ζητήσουν από το κράτος δίκαιη κατανομή και διάχυση των κρατικών πόρων. Η γάγγραινα της Ελλάδας είναι ο δημόσιος φορέας της. Πολύ περισσότερο από τη διαφθορά ή οτιδήποτε άλλο.


Το τέλος της ανίερης συναίνεσης και αυτών που φάγαμε μαζί

Aρχική δημοσίευση: www.enallaxnews.gr 26/01/2011


Είναι αλήθεια ότι η παρούσα κρίση, πέρα από πολλές δυσκολίες για την καθημερινότητα των περισσότερων Ελλήνων, φέρνει και μεγάλες ανακατατάξεις, πραγματικά εκ βάθρων αλλαγές συνηθειών, αντιλήψεων, πρακτικών και νοοτροπιών. Είναι μια κρίση την οποία ο ιστορικός του μέλλοντος δε θα περιγράφει μόνο ως κρίση οικονομική, αλλά ως αιτία ριζικών αλλαγών στην πολιτική και την κοινωνία ευρύτερα.
Στη σχέση κοινωνίας-πολιτικής έχουμε το επεισοδειακό τέλος ενός μακροχρόνιου και ακλόνητου κατεστημένου. Αυτού της συναίνεσης μεταξύ πολιτών-πολιτικών στα πλαίσια της γνωστής πελατειακής σχέσης μεταξύ τους. Απο τη γέννεση κιόλας του πρώτου ελληνικού κράτους, άρχισε να καλλιεργείται η συγκεκριμένη νοοτροπία και να γίνεται σιγά σιγά πρακτική και συνήθεια. Της λογικής... «σου δίνω κάτι το οποίο δε θα είχες χωρίς εμένα και εσύ όχι μόνο μου δίνεις την ψήφο σου, αλλά θα είσαι ευχαριστημένος και δεν θα αμφισβητείς το κόμμα μου το οποίο σε βοηθάει όταν αυτό θα εκτίθεται ή θα αμφισβητείται γενικότερα». Έτσι, σιγά σιγά μέχρι σήμερα, αυτή η αντίληψη έγινε πάγια τακτική. Η συναίνεση και η υποστήριξη προς τα μεγάλα κόμματα όλοι ξέρουμε ότι ποτέ δε διατηρούταν μόνο λόγω ιδεολογίας. Λιγότεροι οι ιδεολόγοι και λιγότερη η ιδεολογία γενικότερα, έναντι της αλληλεξάρτησης-συναίνεσης που περιγράφω. Από τους φτωχότερους μέχρι τους πλουσιότερους, οι περισσότεροι Έλληνες έχουν συνδιαλλαγεί κάποια στιγμή υπό αυτούς τους όρους με την εξουσία, είτε περισσότερο είτε λιγότερο. Είτε σχετικά με παράνομες ή παράτυπες δραστηριότητες, είτε για λιγότερο μεμπτούς, αλλά και πάλι πελατειακούς λόγους. Είτε άμεσα, είτε έμεσα.  Δεν έχει σημασία το πολύ ή το λίγο. Ο καθένας συμμετείχε σε αυτό το σύστημα όσο περισσότερο μπορούσε και είναι ανήθικο να κατηγορεί  τους έντονα διεφθαρμένους, επειδή απλά δεν είχε τη δυνατότητα να κάνει το ίδιο. Ελάχιστοι είναι αυτοί που είτε λόγω ιδεολογίας, είτε λόγω ηθικής δε συμμετείχαν με κανένα τρόπο σε αυτό το είδος της συναίνεσης. Ας μη ξεχνάμε ότι οι πολιτικοί είναι ένα αντιπροσωπευτικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας και σε καμία περίπτωση μια ομάδα ανώτερων προσωπικοτήτων από το ‘μέσο Έλληνα’. Είναι σχέση αλληλοτροφοδοτούμενη και όσοι βρέθηκαν στη θέση του πολιτικού, είχαν υπάρξει κάποτε πολίτες, με εξαίρεση φυσικά κάποιους που ήταν μάλλον γνωστό από ...γεννησιμιού τους ότι θα γίνουν πολιτικοί. «Μαζί τα φάγαμε», αν και σίγουρα μερικοί συμπολίτες μας πρέπει να εξαιρούνται από αυτό. Το μόνο σημείο στα οποίο φταίνε ξεκάθαρα οι πολιτικοί ξεχωριστά απ’τους πολίτες είναι ότι θεσμοθέτησαν και με κάθε τρόπο προσπαθούσαν πάντα να διαφυλάσσουν την ανίερη συναίνεση των ψηφοφόρων. Όλα αυτά βέβαια εξαιρουμένων κάποιων ισχυρών κέντρων εξουσίας με τα οποία η παράτυπη συνδιαλλαγή όπως όλοι φανταζόμαστε δε θα διακοπεί.
Η μόνη περίοδος –πέρα από τη χούντα που δε ζητούσε τη δημοκρατική νομιμοποίηση- που δε μπορούν να κάνουν το ίδιο οι πολιτικοί είναι η τωρινή. Είναι μια περίοδος που όλα τα μέσα εξυπηρέτησης ψηφοφόρων παγώνουν. Η πηγή από την οποία μαζί τρώγαμε στέρεψε. Προσλήψεις στο δημόσιο δε γίνονται. Λεφτά (όχι μόνο τα καθαρά, αλλά και εκείνα τα βρώμικα αλλά νόστιμα για πολλούς) δεν υπάρχουν, τουλάχιστον σε ποσότητες που να μπορούν να διατηρούν αυτό το σύστημα. Ακόμα και η ‘εξυπηρέτηση’ δε γίνεται όπως παλιότερα. Οπότε, βλέπουμε ότι η συναίνεση εξαφανίζεται με τον κόσμο σιγά σιγά να στρέφεται εναντίον των πολιτικών. Δε τους χαρίζουν κάστανο. Με κάθε ευκαιρία υπάρχουν κάθε είδους αντιδράσεις –ακόμα και βίαιες- εναντίον τους. Όχι φυσικά γιατί ο κόσμος ευαισθητοποιήθηκε ξαφνικά. Είναι που έκλεισαν οι βρύσες που τρέχαν ευρώ. Οι πολιτικοί πλέον φοβούνται να κυκλοφορήσουν και τις εντυπώσεις κερδίζουν οι πιο εντυπωσιακές ριζοσπαστικές δράσεις. Το θέμα είναι ότι αντίθετα με το κομμουνιστικό όνειρο, οι πολίτες δεν ωρίμασαν ξαφνικά πολιτικά ώστε να ...αποτινάξουν το διεφθαρμένο ζυγό της εξουσίας και να τον αντικαταστήσουν. Δεν υπάρχει κοινή κατεύθυνση ώστε να ξέρει ο κόσμος τι ζητάει. Ευτυχώς μέχρι στιγμής η πλειοψηφία δείχνει να έχει τη στοιχειώδη ωριμότητα ώστε να μη παρασυρθεί τυφλά από τα συντηρητικά-εθνικιστικά τσιτάτα της λαϊκής και άκρας δεξιάς και της κομμουνιστικής αριστεράς που προσπαθούν να κερδίσουν όσους εξέρχονται της συναίνεσης που περιέγραψα παραπάνω και δεν έχουν πλέον κάποιο ‘ρεαλιστικό’ λόγο να υποστηρίζουν κάποιο κόμμα. Το ζήτημα είναι ότι και η μειοψηφία που αντιδρά, φαίνεται ότι είναι ικανή να εξεγείρεται αδιάκοπα. Το οποίο είναι δείγμα ζωντάνιας φυσικά για μια κοινωνία. Πρέπει όμως να συνδυαστεί και με ουσία. Διαφορετικά απλά εκφράζεται με ασυντόνιστες ενέργειες οι οποίες μπλοκάρουν την όποια προσπάθεια αναδόμησης-ανοικοδόμησης του κράτους και της οικονομίας.
Η δυσαρέσκεια και οι αντιδράσεις δεν υπάρχει περίπτωση να επιφέρουν αλλαγή των πολιτικών ή του πολιτικού συστήματος γενικότερα. Η απάντηση του κόσμου στις επόμενες εκλογές θα είναι και πάλι η αδιαφορία και η αποχή. Το ζήτημα είναι όμως ότι από εδώ και στο εξής η στείρα αντίδραση του κάθε χτυπημένου κλάδου θα είναι εις βάρος κάποιου άλλου που πάει να ανοικοδομηθεί. Γιατί πλεόν το κράτος δε μπορεί όπως παλιά να δώσει προνόμια ωστέ να δώσει ‘λύση’ στο ‘πρόβλημα’, με αποτέλεσμα το ελληνικό κράτος και η οικονομία, λόγω των αλυσιδωτών αντιδράσεων να μη μπορέσουν ποτέ να ορθοποδήσουν. Αυτό είναι και το μεγαλύτερο κόστος του θρυμματισμού της ανίερης σχέσης μεταξύ κοινωνίας και κράτους.

Με τον Πάγκαλο βρήκαν να τα βάλουν;

Aρχική δημοσίευση: www.enallaxnews.gr 07/01/2011


Με ...μπροστάρη τον «Ελεύθερο Τύπο», μία μεγάλη ομάδα έντυπων και ψηφιακών μέσων ενημέρωσης έχυσε πολύ μελάνι και ξόδεψε πολύ χρόνο πάνω απ’τα πληκτρολόγια σε μια επιχείρηση αποδόμησης του αντιπροέδρου της κυβέρνησης.
Αυτό το έργο είχε εξαρχής μια «τρύπα» στο σενάριο. Σίγουρα το «μαζί τα φάγαμε», αλλά και οι χαρακτηρισμοί που χρησιμοποίησε ο Πάγκαλος για τους διορισμένους με ρουσφέτι δημοσίους υπαλλήλους ήταν εριστικοί, όπως άλλωστε μας έχει συνηθήσει τόσα χρόνια ο συγκεκριμένος πολιτικός. Δώσαν όμως αφορμή στο να αρχίσει να ασκείται ένα είδος πίεσης προς την πλευρά του. Το βασικό χαρακτηριστικό –η ...τρύπα στο σενάριο- όσων ειδήσεων βγήκαν έκτοτε και τον αφορούσαν ήταν ότι είχαν εκμαιευτεί και γι’αυτό στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ανήκουν στη σφαίρα της παραπληροφόρησης. Σχετικά με την ομιλία του στην Οξφόρδη, πιο πιθανό είναι ότι έγινε ένα «κολλάζ» των πιο προκλητικών απόψεων που εξέφρασε σε θέματα ιστορίας παρά το ότι διακατείχετο από τόσο μεγάλη πολιτική ανευθυνότητα ώστε να δώσει μια διάλεξη η οποία είχε σκοπό να διασύρει την ιστορία όπως την έχουν μάθει οι Έλληνες. Ο Πάγκαλος, πολύ απλά, σε διάφορα σημεία της ομιλίας του εξέφρασε με το γνωστό προκλητικό του στυλ κάποιες απόψεις περί της ιστορίας της Ελλάδας, οι οποίες όμως στηρίζονται επιστημονικά. Διαφέρουν μεν από αυτά που διδάσκονται στο σχολείο, αλλά διδάσκονται σε διάφορες σχολές του ελληνικού πανεπιστημίου, ως επιστημονικά τεκμηριωμένες ματιές στην ιστορία και απλά διαφωνούν με αυτά που έχουμε μάθει στο σχολείο. Δεν είναι ούτε «ανθελληνικό» ούτε ανήθικο, αλλά αναμενόμενο ο Πάγκαλος ως προοδευτικός πολιτικός να συζητήσει σε ένα επιστημονικό συνέδριο στο εξωτερικό μια διαφορετική άποψη, η οποία μάλιστα στηρίζεται επιστημονικά.
Ως προς το περιβόητο δείπνο και τη διαμονή του σε πολυτελή σουίτα, όπως και σχετικά με το ζήτημα των διορισμών της κόρης του, συναντάμε και πάλι την ίδια τρύπα στο σενάριο της δημοσιογραφικής «αποκάλυψης». Δεν υπήρχε περίπτωση ένας πολιτικός του αναστήματος και της ευφυίας του Πάγκαλου να διακινδυνεύσει τη θέση του και την υπόληψή του με το να κάνει εν μέσω τέτοιου θορύβου γύρω απ’το όνομά του μια τέτοια πράξη. Οπότε έυκολα και πάλι απέδειξε και για τα δύο θέματα ότι παρόλο που είναι ύποπτα, τίποτα παράτυπο δε συνέβη.
Ο Πάγκαλος σε κάθε περίπτωση δεν κινδυνεύει από τέτοιου είδους επιθέσεις από τα μέσα. Γιατί περισσότερο περί επίθεσης πρόκειται, καθώς οι ειδήσεις εκμαιέυτηκαν και γι’αυτό και δεν έχασε τη θέση του, αλλά ούτε προκλήθηκε σοβαρό πρόβλημα στην κυβέρνηση.
Το συμπέρασμα από αυτές τις «αποκαλύψεις» είναι ένα. Ότι ο Πάγκαλος απλά παραμένει ο ίδιος πολιτικός που ήταν πάντα. Εριστικός, αλλά όχι διεφθαρμένος. Επίσης να υπενθυμίσω ότι είναι αιρετός. Όλοι όσοι ηθικολογούν και θίγεται η περηφάνια τους από τις δηλώσεις του, οφείλουν να αντιληφθούν ότι οι ψηφοφόροι του τόσα χρόνια τον εκλέγουν γιατί εκτιμούν τα γνωστά πολιτικά του χαρακτηριστικά. Ο ίδιος έχει κάθε δικαίωμα να αντιπροσωπεύει τους ψηφοφόρους του με όποιο τρόπο επιθυμεί. Κάποια στιγμή άλλωστε θα ξανακριθεί. Ως προς το ότι αντιπροσωπεύει με τις δηλώσεις του και την κυβέρνηση, είδαμε ότι δεν έχασε τη θέση του. Γιατί το κλίμα εναντίον του ήταν τεχνητό, ενώ ο ίδιος παρέμεινε σε αυτό το διάστημα απλά ο ίδιος πολιτικός με τις ίδιες ιδιαιτερότητες που είχε πάρει από την αρχή τη θέση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης. Είναι από τους λιγότερο διεφθαρμένους πολιτικούς και απ’τη στιγμή που ο «πόλεμος» έγινε στο επίπεδο της πολιτικής ηθικής, ο Πάγκαλος όχι μόνο βγαίνει αλώβητος –τουλάχιστον σε σχέση με τους ψηφοφόρους του-, αλλά μάλιστα, όσοι πήγαν να του στήσουν παγίδα για να του ροκανίσουν τη θέση στην κυβέρνηση πέσαν οι ίδιοι μέσα

Φράχτης για τους έξω ή για τους μέσα;

Aρχική δημοσίευση: www.enallaxnews.gr 07/01/2011


Η αδυναμία καθορισμού διαδικασιών νόμιμης μετανάστευσης προκαλεί εξ’ ορισμού ένα βασικό πρόβλημα. Την παράνομη μετανάστευση, η οποία πλήττει όποια χώρα είναι γεωγραφικά τοποθετημένη σε σταυροδρόμια στα οποία συναντιούνται οικονομικά ανεπτυγμένες περιοχές με φτωχότερους και σε πολλές περιπτώσεις οικονομικά και πολιτικά εξαθλιωμένους κόσμους.
Η παράνομη μετανάστευση είναι συνυφασμένη με πολλές σύγχρονες μάστιγες. Όσον αφορά το ‘ταξίδι’, ελλοχεύουν η οικονομική εκμετάλλευση των κατατρεγμένων από τους ‘διαμεσολαβητές’ στα σύνορα και οι κινδύνοι αυτού του ταξιδιού για τη ζωή των πρώτων, πολλοί από τους οποίους ως γνωστόν ποτέ δε τα καταφέρνουν.  Για αυτούς που τα καταφέρνουν, παραμονεύουν οι μάστιγες της σύγχρονης δουλείας, της έλλειψης οποιασδήποτε περίθαλψης, της εχθρότητας απ’την πλευρά της οικοδέσποινας κοινωνίας και της παραμονής τους σε μία κατάσταση οικονομικής και κοινωνικής ανυπαρξίας που δεν έχει συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης.
Παρόλα αυτά, στο κυνήγι μιας καλύτερης ζωής οι μετανάστες και πάλι θα προτιμήσουν την εξαθλίωση στην Ελλάδα, ευελπιστώντας ίσως να μεταφερθούν στη συνέχεια δυτικότερα στην ευρωπαϊκή ‘γη της επαγγελίας’. Η ανέγερση φράχτη στον Έβρο δε μπορεί να ανακόψει σε καμία περίπτωση αυτό το χείμαρρο. Ενδέχεται να αλλάξει μόνο τον τρόπο εισόδου στην Ελλάδα, όπως φυσικά και την τιμή του ‘εισιτηρίου’.  Θυμίζει τους φράχτες της Εγνατίας οδού. Στήθηκαν για να μη περνάνε οι αρκούδες την Εγνατία, όμως αυτές τους περνούν και πολλές σκοτώνονται. Δεν υπολογίζουν τίποτε γιατί οδηγούνται από το ένστικτο τους. Γιατί και πάλι ένα ένστικτο οδηγεί και αυτούς τους ανθρώπους στο να περάσουν όσα εμπόδια και να βρουν μπροστά τους. Αυτό της επιβίωσης και της αναζήτησης μιας όσο το δυνατόν λιγότερο εξαθλιωμένης ζωής. Για να οδηγηθούν τελικά στη δική τους τραγωδία σε πολλές περιπτώσεις.
Αυτού του είδους οι φράχτες όμως, εκτός απ'το ότι είναι άχρηστοι πλήττουν σε μεγαλύτερο βαθμό τους «απο μέσα». Για την Ελλάδα είναι ακόμα ένα μεγάλο βήμα πίσω. Έχοντας γνωρίσει πριν λίγο καιρό την κατακραυγή για τις συνθήκες στα κέντρα «υποδοχής» μεταναστών, έκανε κάποιες βελτιωτικές κινήσεις. Όμως τώρα πάλι συζητείται μια κίνηση που σηματοδοτεί την αδυναμία εξέυρεσης ουσιαστικής λύσης, πλήττοντας φυσικά περαιτέρω το προφιλ της χώρας. Εκτός από την εξωτερική εικόνα της Ελλάδας, αυτός ο φράχτης σε περίπτωση που χτιστεί θα σηματοδοτήσει πολλά και στο εσωτερικό. Τη νίκη όλων όσων τίθονται τυφλά εναντίον των μεταναστών, αγνοώντας και αδιαφορώντας για πιθανούς τρόπους διαχείρησης της κατάστασης των υπαρχόντων και εισερχόμενων μεταναστών. Τη νίκη όσων αδυνατούν να ενταχθούν στο σύγχρονο κόσμο της συνύπαρξης διαφορετικών πολιτισμών. Όσων βλέπουν τα –υπαρκτά λόγω της παράνομης μετανάστευσης- προβλήματα, αλλά δε βλέπουν λύσεις. Θα είναι μία νίκη που το ΠΑΣΟΚ θα χαρίσει στις πιο συντηρητικές ομάδες της χώρας, αντί να κοιτάξει ουσιαστικές λύσεις, όπως η σωστή διαχείρηση του θέματος στα κέντρα υποδοχής στα σύνορα. Αλλά το χειρότερο είναι ότι αυτή η περιφρούρηση που δε θα μπορέσει να πετύχει το στόχο της, μοιραία θα περιορίσει την ελευθερία αυτών που ζουν «από μέσα».  Αναμφίβολα.

Μεταπολίτευση: Χωρίς έρεισμα, χωρίς πρόταση, χωρίς μέλλον.

Aρχική δημοσίευση: www.enallaxnews.gr 25/12/2010


Ως μεταπολίτευση ορίζω το ιδεολογικό-πολιτιστικό συνονθύλευμα που κυριάρχισε στην Ελλάδα τα τελευταία 25 χρόνια, με κύριο κομματικό εκφραστή το ΠΑΣΟΚ και τα κόμματα της αριστεράς που εξέφρασαν την εναλλακτική πρόταση στο μονοπώλιο της διακυβέρνησης της Ελλάδας από τη δεξιά και φυσικά την απάντηση στην καταπίεση της χούντας. Κύρια χαρακτηριστικά της οι -στα πλαίσια του σοσιαλιστικού οράματος- μεγάλες κρατικές δαπάνες, η κοινωνικοπολιτική κυριαρχία της σοσιαλιστικής ιδεολογίας και η οικονομική ευμάρεια που έφερε μια κοινωνική και πολιτισμική απελευθέρωση άνευ προηγουμένου. Ήταν μια ολοκληρωτική δύναμη που ενέπνεε, αλλά και καθοδηγούταν απ’το λαό σε μια περίοδο που το σοσιαλιστικό όραμα ήταν ακόμα ζωντανό στην Ελλάδα και παγκοσμίως.
Όλα αυτά όμως πλέον ανήκουν σε ένα ρομαντικό και σε πολλές περιπτώσεις εξιδανικευμένο παρελθόν. Σήμερα, έχει πραγματοποιηθεί η συστημική μετάβαση από το παντοδύναμο και οικονομικά αυτοκυρίαρχο κράτος στην αχαλίνωτη παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Όσοι μένουν προσκολλημένοι σε αυτό το ρομαντικό παρελθόν της κρατικής κυριαρχίας, μη αντιλαμβανόμενοι ή και αρνούμενοι τη συστημική αυτή μετάβαση, εξελίσσονται από δυνάμεις συντήρησης που ήταν στο παρελθόν, σε δυνάμεις συντήρησης που πλέον λειτουργούν ανασταλτικά προς το συμφέρον της πατρίδας τους.
Στα πλαίσια αυτής της συστημικής μετάβασης, ήρθε και η χρηματοπιστωτική κρίση από της οποίας τον κυκλώνα έχει παρασυρθεί προφανώς και η Ελλάδα. Η γενιά της μεταπολίτευσης, προσκολλημένη στο ρομαντικό παρελθόν, δε δίνει λύσεις, αδυνατεί να αντιληφθεί την πραγματική θέση στην οποία βρίσκεται η Ελλάδα και παράγει αποκλειστικά μια νοσταλγία του παρελθόντος η οποία λειτουργεί ώς καταδίκη του σήμερα. Αυτό με απλές κουβέντες ισούται με το συντηρητισμό. Μία γενιά που έλαμψε λόγω του προοδευτισμού της, έχοντας χάσει την επαφή με την πραγματικότητα, δεν έχει πλεόν τίποτα να προσφέρει και είναι ‘καταδικασμένη’ να μπει σιγά σιγά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Οι αγώνες και τα κεκτημένα της δυστυχώς στην παρούσα περίοδο δεν υπάρχει ρεαλιστικός τρόπος να προστατευθούν. Άλλωστε, οι αγώνες δικαιώνονται όταν είναι επίκαιροι και γεννούν κάτι νέο. Η μεταπολίτευση έχει γίνει αυτό που ήταν πάντα ρητορικά ο εχθρός της. Εξουσία. Με τη διαφορά ότι είναι και παρηκμασμένη εξουσία που βλάπτει τα συμφέροντα της Ελλάδας αυτή τη στιγμή βάσει της ισχύος που διαθέτει.
Ο κύκλος της μεταπολίτευσης πλέον κλείνει. Η γενιά της γκρίνιας και της προστασίας των κεκτημένων με αίμα πρέπει να αντικατασταθεί πλέον με τη γενιά της υπευθυνότητας. Της γενιάς με αίσθηση ατομικής και συλλογικής ευθύνης. Που σιωπά και δουλεύει για να δώσει λύσεις, όταν βλέπει ότι η γκρίνια και η αντίδραση δε μπορούν πλέον να δώσουν λύσεις. Όσο άδικα και αν είναι κάποια πράγματα που συμβαίνουν γύρω της. Τα οποία όμως ξέρει ότι μπορούν μόνο μακροπρόθεσμα να αλλάξουν με αλλαγή νοοτροπίας. Είναι η γενιά που έχει ήδη αρχίσει και απαγκιστρώνεται από την κυριαρχία των παραδοσιακών ΜΜΕ, τα οποία πλέον αντιμετωπίζει επιλεκτικά και επικριτικά. Που απομυθοποιεί τους αγώνες-αντίδραση που στερούνται περιεχομένου. Η γενιά που καλείται να πάρει τα ηνία της ιστορίας της Ελλάδας μετά την κρίση.